Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

.
τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να συλλέξω
την "Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά".
τόμο - τόμο. όπου τη βρω, σε παλιατζίδικα βασικά, γιατί αλλού δεν υπάρχει κι όλα ...
δεν έχω άλλο λόγο, μόνο λέω το χρωστάω αυτό στον Μίμη, το θέλει η ψυχή μου, κι αν η δική του η ψυχή από κάπου βλέπει, το ξέρω ότι χαίρεται γι αυτό.
τον Μίμη, που παιδί με πήγαινε εκεί, στο δρομάκι της οδού Στρέϊτ, με αμόλαγε ανάμεσα σε πάγκους με βιβλία και μ' άφινε να ψάχνω...
ας δροσίζεται η ψυχούλα σου όπου βρίσκεται, αγάπην έδωσες, αγάπη παίρνεις, κι ας έχεις χρόνια φύγει
.
ο Μίμης, μου έφερε την πρώτη μου σάκκα, στην πρώτη τάξη του δημοτικού.
"έλα, ψυχή μου, να σου δώσω τη σάκκα σου !" πού να σταθεί τ' αγρίμι, εγώ ! τρεχάλα στο χτήμα μέσα στις πέτρες και στα χώματα, και τον θυμάμαι να τρέχει πίσω μου με τη σάκκα στο χέρι.
ήμουνε βλέπεις, το πρώτο απ' όλα τους τ' ανήψια, μόνο μου ως να γεννηθούνε όλα τ' άλλα, το πρώτο παιδί στην οικογένεια και το χαϊδεμένο.
"τι το τυραννάς το παιδί, την ξέρει την ιστορία" έλεγε άλλοτε στη μάνα μου, που φώναζε πως ψευτοδιάβαζα. κι εγώ την ιστορία την έλεγα σε κείνον.
άλλοτε, σαν έμπαινε άνοιξη και καλοκαίριαζε λίγο ο καιρός, με κατέβαζε στο καφενείο πίσω απ' τους άγιους Ασώματους, δίπλα στο μπακάλικο του Πλατόπουλου, όπου εκείνος έπινε τον καφέ του κι εμένα με κερνούσε βανίλλια υποβρύχιο
.
ο Μίμης. Αγωνιστής.
από κείνον έμαθα τον Παλαμά. τα "Γράμματα στη Ραχήλ", πρώτα σ' αυτόν τα διάβασα.
εκείνος έβαλε στα χέρια μου το Liddell-Scott,
τόμους της "Πελοποννησιακής Πρωτοχρονιάς" - Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη - Επιστήμη - δεμένους.
και τώρα, κάθε που μου περισσεύει κανα φράγκο, χώνομαι σαν κυνηγιάρικο σκυλί στα παλαιοπωλεία και προσπαθώ ν' ανακαλύψω ένα βιβλίο, να φτιάξω τη σειρά, τέσσερις τόμους βρήκα και πήρα σήμερα,
χρονολογίες - 1958, 1959, 1963, 1965,
.
ο τόμος του '59 με εξώφυλλο χαρακτικό του Τάσσου,
.
ξυλογραφίες - ελαιογραφίες - εικονογραφήσεις, των :
Τάσσου, Γ. Τσαρούχη, Φ. Κόντογλου, Β. Κατράκη, Γ. Σικελιώτη, Α. Σώχου, Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα, Σακελλαρίου, Δάφνης Κωστοπούλου, Κατσουλίδη, Μ. Τόμπρου
.
με συνεργάτες στα γραπτά, τους :
Β. Ρώτα, Τάκη Δόξα, Αθ. Ταρσούλη, Αλκη Τροπαιάτη, Νικηφ. Βρεττάκο, Γ. Ρίτσο, Γ. Ταρσούλη, Βούλα Δαμιανάκου, Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη, Μελισσάνθη, Π. Ολύμπιο, Σπύρο Μελά, Στρατή Μυριβήλη, Γεώργιο Βαλέτα, Ηλία Βενέζη, Αγγελ. Χατζημιχάλη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, Θ. Πετσαλη - Διομήδη, Φώτη Κόντογλου, Άγγ. Τερζάκη, Άγγ. Προκοπίου, Σπ. Μελά
κι άλλους, κι άλλους, αυτά τα ονόματα είναι λίγα, από όσα διάβασα μονάχα σ' αυτούς τους τέσσερις τόμους ! τα αληθινά θεριά της Ελλάδας !
.
τι ευτυχής είμαι απόψε, να κρατάω τέσσερα σαρακοφαγωμένα τεύχη στα χέρια μου !
τι δυστυχής είμαι, να μη φτουράω μήτε στο νυχάκι του...
.
.
.
.
.
.
.
Henry Charles Bukowski
.

αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου
ενάντια σ' όλα τ' άλλα,
μην το κάνεις.
αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το 'χεις ζητήσει, από την
καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου
και τα σπλάχνα σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες
κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου
ή να καμπουριάζεις πάνω από τη
γραφομηχανή σου
ψάχνοντας για τις λέξεις,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις για τα λεφτά ή
τη δόξα,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις γιατί θέλεις
γυναίκες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάθεσαι και
να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,
μην το κάνεις.
αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,
μην το κάνεις.
αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον
άλλο,
καλύτερα ξέχνα το.

αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από
μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,
κάνε κάτι άλλο.
αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στη φιλενάδα ή στον φίλο σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,
τότε δεν είσαι έτοιμος.

μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,
μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες
ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην είσαι πληκτικός και βαρετός και
ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτο-
λατρεία σου.
οι βιβλιοθήκες του κόσμου
χασμουριούνται
από τη νύστα
μπροστά στο είδος σου.
μην προσθέτεις σε αυτό.
μην το κάνεις.
αν δεν βγαίνει από
την ψυχή σου σαν ρουκέτα,
αν το να μείνεις ήσυχος δεν
σε φέρνει στην τρέλα ή
την αυτοκτονία ή τον φόνο,
μην το κάνεις.
αν ο μέσα σου ήλιος
δεν σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.

όταν θα 'ναι στ' αλήθεια η ώρα,
και αν είσαι ο εκλεκτός,
θα συμβεί από
μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει
μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου
αυτό.
δεν υπάρχει άλλο τρόπος.
και ποτέ δεν υπήρξε.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

.
έφυγε χθες και η μαμά του Στέλιου.
ξεκουράστηκε... πολύ καιρό ήταν σε κώμα.
από μιά πλευρά, ευτυχώς που δεν καταλάβαινε ... δεν είδε να φεύγει ο Φιλήμονας.
σήμερα στην κηδεία, την ώρα του καφέ το μεσημέρι, συζητούσαμε. "τι θέλεις εσύ εδώ, παιδί μου;" θα απορήσει μόλις ανέβει στον ουρανό και τον δει, λέγανε τα παιδιά και γελάσανε...
τι τα θες ; δεν έχει κηδεία χωρίς γέλια και γάμο δίχως κλάμματα, λέει ο λαός...
ήρθε ο Φαίδωνάς μου.
διπλό φοβερό χτύπημα μέσα σε δυό μήνες. μπαμ, μπαμ.
όταν ζεις μακριά, είναι ακόμα χειρότερο το χτύπημα.
.
ανέβηκα ως τον τάφο του πατέρα μου.
είχα πολύ καιρό να πάω.
.
μετά ανέβηκα στα Βριλήσσια γιά την Ιστορία.
6 αρχίζει το μάθημα. πάμε απ' τις πέντε γιά να βρούμε θέση.
πεντέμιση είναι τίγκα η αίθουσα. μαλλώνουνε γιά τα καθίσματα. δεν τους αντέχω.
τώρα φέρνουνε σκαμνάκια απ' το σπίτι και κάθονται τριγύρω και κατάχαμα.
το τρίωρο, όσο να πεις, είναι μιά πανδαισία !
.
.
.
.
.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011


Είδα μιά πεταλούδα.

Είδα πολλές πεταλούδες δηλαδή. Όλες σχεδόν ήσαν λευκές, μικρές ή μεγάλες. Διάφανες. Στριφογύριζαν στον ήλιο σα λωλές.

Μετά είδα μία σκουρόχρωμη. Μεγάλη αυτή. Πεταλουδομάνα.

Το κορμάκι της ήταν απαλό κίτρινο αλλά οι φτερούγες οι πλατειές ήσαν βαθύ σχεδόν πορτοκαλί. Γύρω τριγύρω τα τελειώματα μαύρα. Ή σκούρο καφέ ήταν αυτό ;

μπα, μαύρο.

.

.

.

.

.


.
δεν γίνεται φυσικά να φορτωνόμαστε πάνω μας τα βάρη όλης της γης
μα επίσης το ίδιο δεν γίνεται να μένουμε αδιάφοροι,
ως εάν το πρόβλημα να μη μας αφορά - έστω και άμεσα...
.
αυτοί θα εξοντώσουνε τον κόσμο όλο...
.
πώς γίνεται να εισπνέουν τα παιδιά μας
- τα παιδιά όλου του κόσμου δηλαδή -
ραδιενέργεια
και να μένουμε όλοι έτσι απαθείς,
ως εάν το θέμα να μη μας αφορά !...
.


γιά την τρέχουσα γεωπολιτική ανακατάταξη - που βαδίζει βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου -
να ανησυχούμε
ή
γιά την μόλυνση του αέρα και του ωκεανού και της γης ;


ξεσκαρτάρω σημειώσεις. έκανα δυό ώρες να γράψω μιάμιση σελίδα !
τα μυαλά μου αλλού...

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

.
πολύ πρωί και ως να βγει ο ήλιος, πάχνη κάθεται πάνω στα χορτάρια...
.

.

κοιμάμαι, ξυπνάω, βλέπω όνειρα.
εφιαλτικά όνειρα.
δεν ξέρω αν μπορώ να ξεφύγω απ' αυτά. βασανίζομαι.
είμαι πολιτικό ζώο. - και ζώο και πολιτικό -...

και σαν το θηρίο στο κλουβί…

είναι τριάντα χρόνια τώρα... απ' το πανεπιστήμιο και δώθε.
έτσι ήσαν τα χρόνια εκείνα, χούντα, Νομική, Πολυτεχνείο, μεταπολίτευση, συμμετοχή στα κοινά.
δεν ξέρω αν μπορώ να ξεφύγω απ' αυτό... είναι ως ένα σημείο ο εαυτός μου...
κάνω αληθινή προσπάθεια.
σκέφτομαι διαρκώς πράματα, γιά να αποτρέψω να εμπλακώ ξανά.
σκέφτομαι τη φαυλότητά τους, σκέφτομαι το αληθινά χαμηλό επίπεδο, την καφρίλα τους, τη λαμογιά , σκέφτομαι τις τρικλοποδιές που βάνουν, την αναξιοκρατία, την ψεύτικη - ξύλινη γλώσσα, τις στεναχώριες που πήρα, τους καυγάδες που έκανα, το βρισίδι που έριξα, την κούραση σωματική και ψυχική που τράβηξα, την παθογένεια και τη διαστροφή του συστήματος, την αναξιοπιστία όλων των θεσμών...
λες δεν τα ξέρω αυτά ; οι κεραίες μου είναι εκπαιδευμένες να συλλαμβάνουν τον παραμικρό ψίθυρο, την απόχρωση που δηλώνει το αληθές ή το ψεύτικο.
τα ξέρω αυτά.
όμως, κάθε άνθρωπος έχει το χαρακτήρα του.
εγώ διαθέτω ως χαρακτηριστικό ότι δεν μπορώ να παραιτούμαι απ' τα δύσκολα και να φεύγω.
δεν είναι αυτός ο χαρακτήρας μου. δεν το μπορώ…
θυμάμαι, το είπες μιά φορά : αν φύγεις, "δε θα πάθει τίποτα η Ελλάδα! δυό χιλιάδες χρόνια τώρα ζει !..."
όμως δες, ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΤΑ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΥΟΥΜΕ ΟΛΑ ΕΤΣΙ !
τα πράγματα, ως ένα βαθμό, φτιάχνονται και από μικρές, καθημερινές, συγκροτημένες ενέργειες.

.

η παιδεία ξέρω ότι βαδίζει πιά με τον αυτόματο πιλότο...
ό, τι υποδομή έγινε - σε τοπικό επίπεδο - (που έγινε), απαξιώνεται εντελώς σήμερα.
το βλέπω, κι ενώ λέω "δε σε αφορά πιά, δεν είναι δικό σου θέμα", δεν γίνεται να μη με αφορά, δεν μου είναι βολετό, δεν είμαι έτσι μαθημένη, πώς το λένε...
σκάω...
όποιο πολιτιστικό, έστω και λίγο - σε τοπικό επίπεδο -, ξηλώνεται ξεδιάντροπα και ασύστολα.
σκάω...
είχαμε λογαριάσει με τον Δ., φέτος να φτιάξουμε μιά Σχολή, σαν αυτή της Αγίας Βαρβάρας.
κατόπιν, ήθελα να στήσω ένα φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους, γιά νέους δημιουργούς.
μετά, να πάμε πάρα πέρα το μαθητικό, το φθινοπωρινό φεστιβάλ, την εκπαίδευση ενηλίκων, ν' ανέβει το λαϊκό πανεπιστήμιο, να αναπτύξουμε το διαδημοτικό θέατρο, να προχωρήσουνε χίλια πράματα, σιγά σιγά, συνειδητά όμως.
με πίστη σ’ αυτό που πρέπει να γίνει. με αυταπάρνηση.
ο διάβολος να με πάρει, δεν μπορώ να μη με νοιάζει... πώς ξαφνικά να μεταφερθώ στο κενό ;!
αισθάνομαι πολλή δύναμη μέσα μου, γιά να τα εγκαταλείψω όλα, στα χέρια ανθρώπων ανίδεων, άσχετων, αδιάφορων, κακών, μίζερων, επικίνδυνων .

το πούλμαν με τους ανθρώπους τους άσχετους, που τράκαρε πάνω στο χτίριο...

κι αληθινά, δεν ξέρω πώς μπορείς να προσφέρεις κάτι στον κόσμο που ταλαιπωριέται σήμερα...

.

άλλο…

με ενδιαφέρει πολύ η Ιστορία.

πώς θα μπορούσα να ασχοληθώ με αυτό ; έχω μερικές ιδέες, μα αν είναι έτσι, πρέπει να στρωθώ κάτω να δουλέψω…

Στο μεταξύ ξεκουράζομαι, ας πούμε…

Έχω κλειστεί. Δεν παραπονιέμαι...

Κάθε Δευτέρα απόγευμα πάω στο μάθημα, αν τύχει κανα πρωί περπάτημα στο βουνό, στο ερημικό κελί μερικά Σάββατα και τέλος. Αυτό είναι.

Στο «κελί» μ’ αρέσει, γιατί δεν με ενοχλεί κανείς. Κάνω ό, τι θέλω. Κάθομαι όλη μέρα και κοιτάω τα σύννεφα, τα μυρμήγκια, τα σκουλήκια, τα σαλιγκάρια, τα πουλιά, παρατηρώ κάθε αγριολούλουδο, τα χορτάρια, τα δέντρα.

Ανοίγω χαρτιά, βιβλία και μολύβια και στέκομαι μπροστά τους πολλές φορές δίχως να κάνω απολύτως τίποτα.

Βάζω δυό καρέκλες έξω το πρωί κι απλώνω το πρόσωπό μου και τα πόδια στον ήλιο.

Το βράδυ βγαίνω στο χωράφι και μετράω αστέρια. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι, βλέπεις καθαρά όλα τ’ αστέρια.

Ακούς τις κουκουβάγιες και το γκιώνη.

.

Σήμερα ζύμωσα ψωμί.


.
στη Μίτση Θ.

που μας το λεγε κάθε χρόνο !
.
.

Ο Ματρόζος

του Γεωργίου Στρατήγη (1860-1938)

.

.

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ' τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ' ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που 'χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

"Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ' αποθάνω",
στο τέλος πάντα μου 'λεγε μ' έν' αναστεναγμό,
"Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ' εύρετε μια μέρα από την πείνα...

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ' τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα
απ' έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ' εκείνον που 'χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη".

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ' απ' το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

"Εδώ τι θέλεις, γέροντα;" ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. "Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;". "Ποιος Κωνσταντής;". "Αυτός... ο Ψαριανός".
"Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!".

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ' τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!"

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να 'ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

"Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;" σε λίγο του φωνάζει,
"γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!...".
"Ποιος το 'λπιζε να δει ποτές", ο γέροντας στενάζει,
"τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!...".
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

"Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο 'ναι το νησί σου;",
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
"πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ' της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;"

Απ' έξω απ' την Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ' την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια...
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ...
Χρόνος δεν ήταν που 'καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα...

Απ' έξω απ' την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ' έβαλε εμπρός μ' αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ' οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους... επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ' αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρώνω από μακριά... κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ' εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες... δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και "όρτσα! μάινα τα πανιά!" φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες... μ' αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: "Τι κάνεις καπετάνο;"
Κι εγώ τους λέω: "Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω...".

Και σου πετώ τη γούμενα... και δένεις το μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε - θυμάσαι; Σου φωνάζω,
"Πρώτος απ' όλους ν' ανεβείς", μα δεν μ' ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν' ανέβουν... έσκυψα κι απ' τα μαλλιά σ' αδράζω,
και σ' έσωσα κι εφύγαμε... μα δάκρυα βλέπω χύνεις!...".

"Ματρόζε μου!" δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ' άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.-

.

.

.

.

.

.

.


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

.
με πήρε ο Τάκης τηλέφωνο και μου είπε το καλύτερο που έχω ακούσει ως τώρα...
"είναι σα να ερχότανε ένα γεμάτο, άσχετο πούλμαν απ' την Αθήνα,
τράκαρε πάνω στο χτίριο
κι εκεί μέσα όπου έπεσε ο καθένας εκεί έμεινε,
άλλος στη θέση του αρχηγού, άλλος εδώ άλλος εκεί, όπου ο καθείς έπεσε με το τρακάρισμα..."
.
γέλασα πολύ στο τηλέφωνο
μα τώρα το σκέφτομαι και κλαίω μέσα μου.
.
τι να πεις ;...
.
.
.
.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

.
"Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι
ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου"
.
Γιῶργος Σεφέρης - «Μυθιστόρημα»


.
φωτογραφίες
Foteini

.

Δευτέρα, η ισημερία της ποίησης !
.
.
Σαββάτο βράδυ στο κελί, κουβέντιαζα με το φεγγάρι - ποίημα, ώραν πολλή.
στεκόνταν εκεί, φιλάρεσκο και φλυαρούσε.
"ο γεωμέτρης εμέτρησε, είπε το φεγγάρι, απόψε είμαι μονάχα τριακόσιες πενήντα έξι χιλιάδες, πεντακόσια εβδομήντα οκτώ χιλιόμετρα μακριά ! το είπε αλήθεια ο γεωμέτρης, ήρθα σιμά απόψε... κοίτα με ! κοίτα με από κοντά ! ωραίο δεν είμαι ; !"
έμπαινε κι έβγαινε από το μαύρο σύννεφο κι εζήταε να το δω, να το καμαρώσω, να του λέω "ωραίο που είσαι, φεγγάρι μου ολοστρόγγυλο ! όμορφο που σαι !"
.
















.
κι ετούτη η πόζα ! κι αυτή ! και η άλλη !
"ωραίο που είσαι, φεγγάρι μου ολοστρόγγυλο ! όμορφο που σαι !"
.
.
.
.
.
.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

.'
Τα μελιτζανιά
να μην τα βάνεις πιά
.
.
Στο κελί.

Ένα ανεπαίσθητο, θαλασσινό βοριαδάκι, ίσα που κινεί τα πυκνά κλαδιά της ελιάς, πίσω απ’ το κεφάλι μου.
Μπροστά, βλέπω απ’ το τζάμι γυμνή τη μουριά, να σηκώνεται στον ουρανό με τα σύννεφα.
Απόγεμα, Μάρτης μήνας. Κόπασε το σκληρό κρύο. Πιάνει άνοιξη.
Κλείνω τα μάτια.
Όταν ξυπνάω, βλέπω να με κοιτάζει ένα κεφαλάκι μωρού παιδιού, ολόγιομο φεγγάρι από ψηλά.
Απόψε η πανσέληνος δεν είναι τόοσο μακριά από τη γη.
Απόψε η πανσέληνος πλησίασε τη γη κατά τριάντα χιλιάδες χιλιόμετρα !
Απόψε η απόστασή μας απ' το χάρτινο, το μεταξένιο και το μπριγιάντινο είναι μονάχα τριακόσιες πενήντα έξι χιλιάδες, πεντακόσια εβδομήντα οκτώ χιλιόμετρα.
Απόψε η στάθμης της παλίρροιας ανέβηκε ως ετούτο δω το περβόλι με τα λιόδεντρα και τις αμυγδαλιές.




.
ποιός το είπε, πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά;
ίσα - ίσα, στα βουνά πάει, χαράματα, που βγαίνει ο ήλιος...
.
έτσι πήρα το δρομί σήμερα, πρωινιάτικα, έπειτα από καιρό που είχα ν' ανέβω...
.
τέσσερα χιλιόμετρα βάδισμα στην κορφούλα, χαλαρά, κοιτάζοντας γύρω, βγάζοντας φωτογραφίες, καλημερίζοντας περιπατητές, ακούγοντας τα πουλιά να λαλούν.
και μιά φωνή σήμερα, ένα άγνωστο, κοφτό, σύντομο κελάηδισμα...
.

.
πανέμορφα globularia alypum
.


.
θαμπή είν' ακόμα πέρα η θάλασσα του Πειραιά...
.

.
αγριολούλουδα ολόγυρα...
.


.
οι κορφούλες
.

.
το μοναχικό μου δρομί
.

.
anemone coronaria
.
μία
μία μονάχα ανεμώνα βρήκα !
.
.
.
.

.
.
.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

.
ρίχνει μιά πρωϊνή, ψιλή βροχή,
χορευτική.
ήσυχα βρέχει, διακριτικά, αθόρυβα,
μέσα σε μυρουδιά άνοιξης.
.
.
.
.
.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

.
μύρισε άνοιξη.
.
.
.
.
.
.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

.
σήμερα έχει γενέθλια η Ματίλντα μου.
15 Μάρτη.
με τρεις μέρες διαφορά γεννηθήκαμε.
και 29 χρόνια...
την πήρα φυσικά τηλέφωνο. δεν ήταν στο Βερολίνο, την βρήκα στο Wurzburg. εκεί έχει γεννηθεί. κι είμασταν εκεί, έχω φωτογραφίες έγκυο τη μάνα της, ετοιμόγενη.
εκεί στο Wurzburg, είδα κάτι, που δεν έχω δει πουθενά αλλού... τα σχήματα που φτιάχνουν οι νιφάδες του χιονιού, όταν κρυσταλλώνουν!
αυτά τα εκπληκτικά σχήματα των κρυστάλλων, τα γεωμετρικά, που κανένα δεν μοιάζει με το άλλο, και που είναι τόσο, μα τόσο συμμετρικά! τα πανέμορφα σχήματα των φυσικών κρυστάλλων!
.
την πήρα τηλέφωνο φυσικά σήμερα.
έκανε χαρά που το θυμήθηκα και κουβεντιάσαμε.
είναι άσχημο νάχεις γενέθλια και να μη σε θυμούνται αυτοί που αγαπάς...
πληγώνει τους ανθρώπους όταν τους ξεχνάς... κάποιους ανθρώπους τουλάχιστον...
κι αυτό το παιδί μας είναι υπέροχο !
ευαίσθητο, τρυφερό, γελαστό, έξυπνο, θαρραλέο, μέσα σ' όλα !
ένα απ' τα αστέρια μου !
.
ας είναι...
. . .
χτες βράδυ κάθισα και αντέγραψα ως αργά τις σημειώσεις της Τουρκοκρατίας.
την ξέρω αυτήν την ιστορία. την ξέρω αρκετά καλά. ξεκαθάρισα όμως πράματα μέσα στο μυαλό μου. είχα κενά, συνειδητοποίησα καλύτερα κάποιες περιόδους.
ξεσκαρτάρισα καλά τις σημειώσεις, μα δεν θα τις αναρτήσω.
προς τι ;
.
σωματικοί
πόνοι.
σωματικοί.
.
μία και δέκα.
πάμε να πλαγιάσουμε. αύριο το πρωί δουλεύουμε.
.
.
.
.
.
.

. . . . . .
.
ακούγοντας ένα μικρό κοτσύφι να κελαηδά το πρωί, θυμήθηκα λίγο πως η ζωή είν' ωραία !
μου ήρθε αυτό στο νου σα ξαφνική ανάμνηση !
το κελάηδημα του κότσυφα μοιάζει λίγο με του αηδονιού, έχει κι αυτό τρίλιες, γυρίσματα, θυμίζει κι αυτό φλάουτο, είναι γλυκό και μελωδικό.
κι η ζωή -ξεχασμένη να περιμένει κάπου-, θυμάμαι λίγο ότι έχει ομορφιά, έχει πράματα να ζεις, έχει μιάν ομορφιά, έτσι, σαν το κελάηδημα του κότσυφα.
.
τα σκληρά χρόνια και τα δύσκολα, ας μείνουν πίσω.
ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης σου, του Český Krumlov θα σηκωθεί να σταθεί όρθιος, και στα δυό του ποδάρια.
την έχασε τη μάχη, ποιά μάχη, ολόκληρο πόλεμο έχασε ! μα τι να γίνει ;
έχει η ζωή γυρίσματα... και τα μικρά μαύρα κοτσύφια που τραγουδάν στα δέντρα, είναι αδιάψευστη απόδειξη μιάς ομορφιάς, που υπάρχει...
.
έτσι λιτά...
.
.
.
τελείωσα τον Ο Νήλ κι έπιασα χτες αργά την cantatrice chauve.
βιβλία που μ' αρέσανε πριν χρόνια...
δεν θυμόμουνα καν, ότι αρχίζει έτσι :
.
"εσωτερικό αστικού εγγλέζικου σπιτιού. εγγλέζικες πολυθρόνες. εγγλέζικο βράδυ. ο κύριος Σμίθ, εγγλέζος, κάθεται κοντά στο εγγλέζικο τζάκι, μέσα στην εγγλέζικη πολυθρόνα του, και τις εγγλέζικες παντούφλες του.
καπνίζει την εγγλέζικη πίπα του και διαβάζει την εγγλέζικη εφημερίδα του.
έχει ένα μικρό, γκρίζο, εγγλέζικο μουστάκι και φοράει εγγλέζικα γυαλιά.
δίπλα του, σε μιά άλλη εγγλέζικη πολυθρόνα κάθεται η κυρία Σμίθ, μαντάροντας εγγλέζικες κάλτσες.
μιά μεγάλη διάρκεια εγγλέζικης σιωπής.
το εγγλέζικο ρολόϊ του τοίχου, χτυπάει δεκαεπτά εγγλέζικες φορές"
.
το θυμήθηκα και διασκέδασα !
.
.
σήμερα ξύπνησα αργά.
θα ντυθώ, θα φορέσω τα καινούργια μου all stars, και θα βγω να περπατήσω στον ήλιο. θα ψωνίσω. πορτοκάλια, τυρί, λαχανικά, ίσως αν βρω άγριες αγκινάρες, φρέσκα μανιτάρια, σπανάκια, χόρτα, φράουλες.
είναι μιά μικρή χαρά αυτή... πίστεψέ με, είναι μιά μικρή χαρά ο ήλιος, οι άγριες αγκινάρες και οι φράουλες !
.
.
.
χτες βράδυ, ξεκινήσαμε την Ελληνική ιστορία και Τουρκοκρατία.
είναι συγκινητική η προσέλευση των ανθρώπων ! μερικές εκατοντάδες κόσμος σε συνθήκες ευλάβειας και απόλυτης σιωπής, πολλοί όρθιοι επί τρεις ώρες.
πήγαμε με την Ευγ., τη Βιβή, την Γ., τη Χρυσ., τον Μίμη και τη Μαρία μου.
θάρχονται κάθε Δευτέρα να με παίρνουν απ' το σπίτι.
les mousquetaires... θα ξαναβρώ τους φίλους μου, που με περιμένουν χρόνια...
αρχής γενομένης από το 2003.
τι να γίνει... έχει η ζωή γυρίσματα...
.
.
.
.
.
.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

.
έφυγε σήμερα ο καλός μας Μανώλης Ρασούλης...
.
.
αντικρύζοντας την απίστευτη καταστροφή στην Ιαπωνία,
το μυαλό πάει σε καταστροφές που αναφέρει η Βίβλος,
η αρχαία Ελληνική μυθολογία,
καθώς και η μυθολογία άλλων λαών,
συμπυκνωμένη μάλλον ιστορία, που ταξιδεύει ως μύθος, μέσα στους αιώνες...
.
κατακλυσμός του Δευκαλίωνα
κατακλυσμός Νώε (Παλαιά Διαθήκη και Κοράνι)
έπος του Γκιλγκαμές (Σουμέριοι)
Ατλαντίδα (?) (Πλάτωνας)
.
και δεν ξέρω πόσοι ακόμα...
γιά παράδειγμα, μάθαμε στην ιστορία :
.
ότι οι Άγγλοι κατέγραψαν όλους τους θρύλους των Aboriginals της Αυστραλίας, σχετικά με την δική τους ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ
Αρχίζουν έτσι : «τον ονειροκαιρό, πριν έρθουν οι κατακλυσμοί…»

(μάθημα - Οκτώβρης του 10)
.
.
απίστευτη αληθινά ιστορία, αυτή της Ιαπωνίας, που τη βιώνουμε στα δικά μας χρόνια !
.
.
.
χτες όλο το απόγευμα στο σπίτι της Μαίρης, παίζοντας trivial με τα παιδιά.

πήρα all stars. ροζ.
.
.
.

.
.
.
.
.
.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

.
δυό λόγια, μικρέμουμότσαρτ.
κρύο και ερημιά.
πρώτη φορά, ζύμωσα πρόσφορο. To πήραν γιά κοινωνιά.
.


.
θα ξαπλώσω νωρίς απόψε, να συνεχίσω τον Ο Νήλ.

καλή νύχτα.
.
.
.
.
.
.
.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

.
μόλις κατέβασα το σκυλί, γιά τη βραδυνή του βόλτα.
ντυμένη, έριξα επιπλέον από πάνω και τυλίχτηκα ως τα μάτια, ένα καφέ, μαλακό κουβερτόνι της Άννας !
ο Ζορό με τη μπέρτα του !
έτρεμα, αλλά το ζώο δεν φταίει σε τίποτα... χρειάζεται κι αυτό τη βόλτα του. τον άφησα ώρα και σουρτούκιασε κανονικά.
.
όσο αυτός τριγύρναγε, εγώ κοίταζα τ' αστέρια. κατακάθαρος νυχτερινός ουρανός, βλέπεις καθαρά να φέγγει πάνω ακόμα και το πιό μικρό αστεράκι.
το ευλογημένο κλίμα της Αττικής είναι αυτό !
.
συνέχισα σήμερα τη βιβλιοθήκη του γραφείου μου, με δυσκολία, χωρίς κέφι, αλλά συνέχισα. πρέπει να προχωρήσω, γιατί χρειάζομαι βιβλία και δεν μπορώ να τα βρω μέσα στο χάος.
τα βράδια διαβάζω την "ερημιά" του Ευγένιου Ο' Νήλ, έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου. το είχα αγοράσει και διαβάσει πριν τριάντα χρόνια ... δεν το θυμάμαι φυσικά, μόνο θυμάμαι ότι μ' άρεσε τότε.
και τώρα, διαβάζοντάς το, μ' αρέσει !
.
αύριο το μεσημέρι μ' έχουνε καλέσει οι "καινούργιοι".
θέλουν -κατ' απαίτηση των γονέων, είναι η αλήθεια- να κάνουν το "μαθητικό",
κανείς όμως δεν ξέρει πώς γίνεται αυτό το πράμα !
έτσι, "is very simple, Patton!", φτιάξανε τάχα μιά επιτροπή και αύριο με καλέσανε...
θα πάω φυσικά, αλλά ... είναι δουλειά δική τους ... καλά άρχισα να ξεμπλέκω απ' αυτά τα άγχη, δε θέλω με κανέναν τρόπο να ξαναμπλέξω ! θα δούμε...
.
δυό μέρες τώρα, δεν έχω διόλου βγει απ' το καβούκι μου.
χτες με πήρε τηλέφωνο η Βάντα, είχε βγάλει εισιτήρια να πάμε στον Adamo.
- θάρθω, μου λέει, στις 7 να σε πάρω με το αυτοκίνητο
- μην έρθεις, της λέω
- βρε αμάν, έχω το εισιτήριο
- μην έρθεις
.
σε κατακόρυφη πτώση διάθεσης...
πώς γίνεται, ενώ έχεις γιά χρόνια ροντάρει τον εαυτό σου σα μηχανή ας πούμε, κάθε μέρα να συναναστρέφεσαι παραγωγικά μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες ανθρώπους - άλλοτε παιδιά, άλλοτε ενήλικες -, πώς γίνεται ξαφνικά να μη βλέπεις μήτε τη σκιά σου στον τοίχο ;
γίνομαι δύσκολη, δύστροπη, όλο και περισσότερο fragile.
.
.
.
.
.
.
.

Φορές, ανοίγω τα κιτάπια μου και κοιτάζω τις φωτογραφίες.

Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν μπορώ να το κάνω συχνά. Δεν το αντέχω δηλαδή, κι ας είναι αυτό στην ουσία, η μοναδική, η μαυρόασπρη συντροφιά της ψυχής μου.

Χρειάζεται αρκετό κουράγιο γι αυτό, και καθόλου λιγοψυχιά, κι αυτού του είδους το κουράγιο δεν είμαι και πολύ σίγουρη ότι το διαθέτω…

Όλω τω λογιώ τα κουράγια στη ζωή δεν είναι ίδια ! τόμαθα αργά αυτό. Για την ακρίβεια, ετούτα τα τελευταία χρόνια το υποψιάστηκα, αν θες να ξέρεις...

Γιά να μη με περάσεις γιά καμιά δειλή και μαμόθρεφτη, να σου περιγράψω για παράδειγμα, ενός λογιώ κουράγιο, όπου εκεί δεν μπορεί να μου παραβγεί κανείς...

Τέτοιες χειμωνιάτικες μέρες ήταν, πριν τρία ή τέσσερα χρόνια, μήνας ΦλεβαροΜάρτης...

Χιόνισε λοιπόν, ξεκωλώθηκε δυό μερόνυχτα ολόκληρα να ρίχνει, όμορφο ήταν σαν έπεφτε, υπέροχο το χιόνι μου, αλλά όταν σταμάτησε να πέφτει, οι βεράντες ήσαν γεμάτες σωρό, οι δρόμοι ήσαν αδιάβατοι, πάγος, δεν μπορούσε να περάσει λεωφορείο, τα γιώτα - χι ντεραπάρανε, στα πεζοδρόμια όταν άρχισαν να βαδίζουν οι άνθρωποι έτρωγαν τούμπες και γλύστρες επικίνδυνες .

Τα παιδιά στη γειτονιά, φόρεσαν τα κασκόλ, τα σκουφιά και τα γάντια τους, έφτιαξαν αυτοσχέδια έλκυθρα, στέκονταν στην κορφή του δρόμου κι έπειτα τα αμολούσαν. Παιχνίδι τρελό ! Χιονάνθρωποι και γέλια , λευκότητα της χαράς !

Για μένα όμως, εκείνη την εποχή, το χιόνι δεν ήταν παιχνίδι…

Ξύπνησα λοιπόν το χάραμα, φόρεσα στα πόδια δυό ζευγάρια χοντρές μάλλινες κάλτσες, άρβυλα, μπλουζάκι πάνω στο μπλουζάκι στρώσεις σαν κρεμμύδι, μπουφάν, σκούφο και γάντια και κατέβηκα πολύ πρωί στο πόστο με τους εργάτες.

Οι εργάτες, δεν είχαν ακόμα έρθει όλοι. Χρειάστηκε να τους περιμένω τουλάχιστο κανα μισάωρο. Όταν μαζεύτηκαν, άρχισαν να φτιάχνουν ζεστό καφέ να πιούν. Μονάχα απ’ έξω – απ’ έξω άκουγα χαλαρές κουβέντες για δουλειά...

«Παληκάρια, τους λέω με φωνή σταθερή, θα βγούμε στο δρόμο ! Θα σπάσουμε τον πάγο απ’ τα πεζοδρόμια, πάνω στον κεντρικό δρόμο. Μπροστά θα πηγαίνουν οι κασμάδες και τα φτυάρια και πίσω θα ρχεται το Datsun να ρίχνει αλάτι».

Ήρθαν όλοι κοντά και με ζύγιασαν καχύποπτα με τα μάτια. Δεν το ξεχνάω. Δεν τα ξεχνάω τα βλέμματα, που έχουνε κάτι να πούνε...

«Και γιατί να σπάσουμε εμείς τον πάγο και δεν τον σπάει ο κάθε πολίτης μπροστά στο κατώφλι του ; ! Κοίτα να δεις, αρχίσανε σιγά – σιγά να λένε, εμείς είμαστε μεγάλοι άνθρωποι, μερικοί πονάει η μέση μας, πονάν τα μπράτσα μας, δεν τάχουν ανανεώσει εδωδά τα πληρώματα...»

«Καλά, λέω τότε εγώ, θα βγούμε όσοι μπορούμε ! Δώστε μου έναν κασμά !»

Άλλα κοιτάγματα τότε, βλέμματα και χαχανιστά γελάκια…

Δεν στάθηκα διόλου να κουβεντιάσω, πήρα ήσυχα έναν κασμά κι έφυγα μόνη μου μπροστά, έπιασα το δεξί πεζοδρόμιο, την άνοδο, κι άρχισα σιγά – σιγά να σπάζω τον πάγο.

Βγήκαν έξω αλαφιασμένοι, τρελαμένοι, χωρίς να προλάβουν να φορέσουν τα μπουφάν, «τι είν’ αυτά που κάνεις ; τι είν’ αυτά που κάνεις ;» φρικάρανε…

Έπειτα ξαναμπήκαν, φόρεσαν τα μπουφάν, πήραν αμέσως τα φτυάρια, τις αξίνες και το Datsun κι ακολούθησαν.

Για ένα χιλιόμετρο, ως το απόγευμα, σ’ όλην την άνοδο, έσπαζα μπροστά μαζί τους πάγο ή με το φτυάρι φτυάριζα στις άκριες.

Δεν ένιωθα τα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών μου απ’ τους πόνους και γύρισα σπίτι αργά, με πόδια και χέρια μελανά για μέρες...

Όμως η δουλειά που έπρεπε να γίνει, έγινε...

Αυτό είναι μόνο ένα τυχαίο δείγμα από πολλά, και γι αυτό είπα λίγο πριν, «σε κάποιο λογιώ κουράγιο, δεν μπορεί να μου παραβγεί κανείς»

.


Όμως,

όλω τω λογιώ τα κουράγια στη ζωή δεν είναι ίδια !

κι ετούτες εδώ τις φωτογραφίες, δεν έχω κουράγιο να τις κοιτάζω !

Αναδιπλώνονται τα μέσα μου, λυγίζουν τα σωθικά μου σου λέω, είναι απ’ τα πράματα που δεν αντέχω... λυγάει η ψυχή μου... μου λείπει το κουράγιο...

Μου λείπει αυτό, το συγκεκριμένο κουράγιο !

Σπάζω. Τσακίζω όπως τσακίζει στο πάτωμα ένα φλυτζάνι πορσελάνης.

Μόνο καμιά φορά, όταν είμαι πολύ ήσυχη, πολύ γερή εντός μου, ψύχραιμη, ευχαριστημένη, τότε καμιά φορά, ανοίγω τα κιτάπια μου και τις ψάχνω με λαχτάρα.


.

.

.

.

.

.

.


Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011


Από βραδύς φυσάει δυνατά.

Μεσοβορριάς ή Γραιγοτραμουντάνα, κατά πώς λεν οι ναυτικοί, σα στέκονται νύχτα χωρίς ύπνο στη γέφυρα, τα πανιά όρτσα, όρτσα τα κορμιά.

Ο άνεμος χτες βράδυ πήρε τη βροχή στην πόλη, τη στροβίλισε ώρες ψηλά, την τίναξε με δύναμη πάνω στα πεύκα, στις νερατζιές και πάνω στα πορτοπαράθυρα των νοικοκυραίων ανθρώπων, έπειτα την έφερε βόλτα απ’ τις καμινάδες που φτύνουν πετρέλαιο και μ’ ένα φοβερό βουητό ήρθε και την πέταξε πάνω στους άστεγους.

Αυτοί, τυλιγμένοι σε χοντρά μπεζ χαρτόνια και σε εφημερίδες, κούρνιασαν σαν άγρια πουλάκια στις πόρτες, στις στοές, στον υπόγειο, πασχίζοντας να φυλαχτούν.

Βροχή κι αέρας Μεσοβορριάς, σαρώνει την πόλη.

.

.

.

.

.


Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

.
δεν ξέρω αν θα χιονίσει απόψε.
όμως πολύ θα το ήθελα !
το αγαπώ το χιόνι. ίσως γιατί όλον τον καιρό, δυνατό λευκό ήταν το χρώμα βαθειά εντός μου. χρώμα λευκό σαν του χιονιού, αθώο, παιδικό, δροσερό, κρυστάλλινο. όμοιο με γέλιο.
σε δυό βασικά χρώματα χαράκτηκε, κύλισε και πορεύεται η ζωή μου. λιθογραφία. ασπρόμαυρo. λευκό σαν τ' αγγέλου, μαύρο κατράμι, πάτος πηγαδιού, πέφτεις μέσα, στον πάτο, κι απάνω, έξω, είναι νύχτα χωρίς αστέρια. είναι τόσο πηχτό το μαύρο, που αγγίζεις τον εαυτό σου γιά να βεβαιωθείς πως είσαι εκεί, ζωντανός και δεν έχεις αναληφθεί εις Κύριον.
αν ήσουνα κάπου εδώ γύρω, μπορεί και ν' άκουγες μιάν ανάσα απ' το πηγάδι. τότε μπορεί και νάσκυβες.
μη φανταστείς φωνή να καλεί σε βοήθεια ... η ηθική του λευκού και του μαύρου, ειδικά του μαύρου, επιτάσσει να μη βγάζεις "κιχ" όταν είσαι στο χώμα. μιλιά.
περήφανο
ταπεινό
ερημικό
σιωπηλό
ντροπαλό
αντρείο
αξιόπιστο
αληθινό
σταθερό
στέκει εκεί, το χώμα.
.
.
.
.
.
.
.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

.
.
"όλο δέντρα που έφευγαν
βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία"





Μυταράς
.


Αλέκος Φασιανός
.






Melita Vernardaki
.


Katerina Mourati
.


.
Κ. Βαρβάκη
.


έργο Ζήκου
















.
Δώρος Ηρακλέους
.













.
Σπύρος Βασιλείου






Αλέκος Φασιανός
.
.
..
.
.
.
.

.
.
.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

.
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΑΡΤΗ !

.
ο άνεμος Καικίας ή Γραίγος
.

.foteini
.

τον μήνα Μάρτη, φυσάει vento greco. il grecale.
ο Γραίγος είναι αέρας ισχυρός, φερμένος βιαστικά απ' τον βορρά ή απ' το κύμα της ανατολής, δεν ξέρω.
φυσομανά, βοά και αγαπά να παίζει με τα μαύρα, τα ατίθασα μαλλιά του Μάρτη.
κι εκείνος ο μελαχρoινός, στέρεο κορμί γυμνό, με το σγουρό μαλλί του δαχτυλίδι και δυό γερές, αλλόκοτες φτερούγες στους ώμους.
μιά Belladonna Lily πλάϊ του, μόνο γι αυτόν ανθίζει.


.
.
.
.
.
.