Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Είναι ένα ήσυχο βράδυ απόψε, ζεστό...



Διαβάζοντας άλλη μιά φορά το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου 

"Στόν Ρόμπερτ Ὀπενχάϊμερ"

έρχονται συνειρμικά πάλι στο μυαλό μου τα λόγια που μας έλεγε ο άξιος δάσκαλος, ο Μπάμπης Νικηφορίδης, όταν μας διάβαζε αυτό το ποίημα.


"οι εφευρέτες, μας έλεγε, φέρουν απόλυτη ευθύνη γιά τις εφευρέσεις που κάνουν.
όταν εφευρίσκουν κάτι, ακόμα και με καλή προαίρεση, ακόμα κι όταν εφευρίσκουν κάτι χρήσιμο γιά την ανθρωπότητα, πρέπει να λαμβάνουν πρόνοια ώστε να μην υπάρξει η δυνατότητα η εφεύρεσή τους να μπορεί κάποτε να βλάψει την ανθρωπότητα.

και πρέπει, μ' όλην τη χαρά και την περηφάνεια και την ικανοποίηση που τους δημιουργεί η εφεύρεσή τους (και κάποτε και πλούτη και δόξα...) προτού ανακοινώσουν την εφεύρεσή τους και προτού την παραδώσουν, να διασφαλίζουν πως αν αυτή κάποτε πέσει στα χέρια ανθρώπων κακών ή ανίκανων, δεν θα επιφέρει ζημία ή καταστροφή στην ανθρωπότητα..."




αληθινά,
σε όλη μου τη ζωή αυτά τα λόγια επανέρχονται περιοδικά και στριφογυρίζουν μες στο μυαλό μου... 

άκρη όμως δεν βρίσκω...






Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016



Εις την Πόλιν



μου φαίνεται απίστευτο...

αυτή τη φορά, Atatürk Havalimani, 41 νεκροί, 139 τραυματίες, έως τώρα...

στο προηγούμενο ταξίδι, στο σημείο ακριβώς όπου κλωθογύριζα, 8 ώρες μετά έγινε το μακελειό...

και τώρα, στο A Havalimani, όπου προχτές αλωνίζαμε πέρα δώθε, πίναμε τσάϊ με τα παιδιά και συζητούσαμε, δυό ακριβώς μέρες μετά...


"θα πολιορκώ το κοίταζε τη δουλειά σου, με την αγωνία μου"

και γμτ, δεν θέλω να είμαι ένας φοβισμένος άνθρωπος !






Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Εις την Πόλιν


δυό πράγματα σοβαρά, ειπωμένα με λίγα λόγια :

- περπάτησα χιλιόμετρα.
πολλά χιλιόμετρα. 
δεν μιλώ γιά αεροπλάνα και βαπόρια !
à pied. 
χιλιόμετρα χιλιομέτρων à pied.
χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων à pied.
κι είναι κάτι που με ευχαριστεί αυτό... μ' ευχαριστεί πολύ ! κάνει καλό στην ψυχή και στο μυαλό μου. 



- είναι πραγματικά θλιβερό και αξιοπρόσεκτο το ζήτημα που έχει να κάνει 
με την ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων, την επισκεψιμότητα 
και τον τουρισμό εις την Πόλιν... 
έχει να κάνει άμεσα με το θέμα της παγκόσμιας τρομο κρατίας...

πριν από πολύ λίγον καιρό και μόλις πριν από μερικά χρόνια, χρειαζόταν "να βάλεις μέσο" κάποιον ξεναγό, γιά να μπορέσεις να μπεις στην Αγιά Σοφιά και στα μνημεία της Πόλης χωρίς να περιμένεις ώρες απ' έξω...
γκρουπ αναρίθμητα, όλες οι φυλές της γης - πλήθος, μελίσσι χαρούμενο και βουερό- στέκονταν εκεί και περίμεναν υπομονετικά να ρθει η σειρά τους, γιά να επισκεφθούν τα μνημεία...
γεμάτες οι πλατείες, η αγορά, τα μαγαζιά, τα εστιατόρια.

σήμερα, εκεί απ' έξω δεν περιμένει κανείς !
μου φαίνεται απίστευτο, κι όμως αυτό συμβαίνει.
έξω απ' τα μνημεία στην Πόλη δεν περιμένει κανείς !
κανείς, πάει να πει ΚΑΝΕΙΣ !

μονάχα κάποιοι ελάχιστοι εντόπιοι 
και κάτι ονειροπαρμένοι πολίτες του κόσμου μετρημένοι στα δάχτυλα, περιδιαβαίνουν τις πλατείες και τους δρόμους, και συλλογιούνται "είμαι εδώ και όχι, δεν θα φοβηθώ! όχι, δεν πρέπει να φοβηθώ! όχι, δεν πρέπει να φοβηθώ ..." 

είμαι πολίτης του κόσμου, ο κόσμος πρέπει να ζει χωρίς τρόμο, ελεύθερος ! 
όχι, δεν πρέπει να φοβάμαι...










Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Εις την Πόλιν


Η Ραπουνζέλ κλειδαμπαρωμένη στον πύργο.
Ψηλά, στο όγδοο πάτωμα του πύργου, η Ραπουνζέλ αγναντεύει απ' το παράθυρό της την θάλασσα πέρα κάτω, την  πρό του Πόντου θάλασσα, να λαμπυρίζει στον ήλιο.
Η Ραπουνζέλ κοιτάζει μακριά τους γλάρους ελεύθερους. Συλλογιέται. 
Τον πρίγκηπά της ονειρεύεται, εκεί, χαμένη στην αρχαία πολιτεία, την Χαλκηδόνα, στον πύργο ψηλά αμπαρωμένη, στον 41ο βόρειο παράλληλο.

Όπου το ρήγμα της Βόρειας Ανατολίας, μες στην τεκτονική πλάκα  
η ώρα έντεκα και σαράντα πέντε ο Θεός είναι Μεγάλος
η ώρα δεκατρείς και δεκαπέντε ο Θεός είναι Μεγάλος 
η ώρα είκοσι και δεκαπέντε είναι Μεγάλος ο Θεός.









Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016


με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

...........................................



Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποιον τσιγγάνο.


Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα...








Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016


“Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη”.

           

ποιητάς εποίησε !


Αλμπέρτο Καέϊρο

Άλβαρο ντε Κάμπος

Ρικάρντο Ρέϊς

Μπερνάρντο Σοάρες


Ο Κάμπος, 

είναι ο αχώριστος σύντροφος του Πεσσόα, μοιράζεται μαζί του τις ίδιες παιδικές αναμνήσεις, την αγγλική παιδεία, περιδιαβαίνει στο πλάϊ του τη Λισαβόνα και παρεμβαίνει δυναμικά στη σχέση του με την αγαπημένη του Οφέλια, γράφοντάς της εκρηκτικές επιστολές και “πηγαίνοντας”  αντ’ αυτού στις συναντήσεις τους.
Μεγαλόσχημος, δηλωμένος οπαδός του Γουίτμαν, είναι ο υμνητής της τεχνολογίας και του σύγχρονου πολιτισμού. Προϊόντος του χρόνου, κυριεύεται από την οδύνη της ύπαρξης, το πάθος της αποτυχίας, τη μανία της ήττας και τη νοσηρή απόλαυσή της.
Περιφέρει την αποτυχία της ύπαρξής του , και εντέλει φεύγει από τη ζωή σχεδόν μαζί με τον Πεσσόα, σαράντα μέρες πριν από το θάνατο του δημιουργού του.


Ο Ρικάρντο Ρέις,

στον οποίο ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου θα αφιερώσει ένα μυθιστόρημά του, πρεσβεύει τον απόλυτο μηδενισμό, τον οποίο απολαμβάνει με επικούρεια ηδονή και στωική αταραξία.
Καλλιεργεί μια γλώσσα εκλεπτυσμένη , ένα ύφος μιάς σπάνιας κομψότητας, μιμούμενος αρχαία μετρικά συστήματα και επαναλαμβάνει αδιάκοπα το μάταιο του κόσμου και της ανθρώπινης συνθήκης, την αδυσώπητη ροή του χρόνου και της ζωής.
Το σύνολο του έργου του αποτελείται από 250 ωδές στις οποίες αναγνωρίζει κανείς την προσήλωσή του στους Λατίνους ποιητές, τον Λουκρήτιο, τον Βιργίλιο, τον Προπέρτιο, αλλά κυρίως στον Οράτιο, του οποίου μιμείται τις Ωδές.




Η ποιητική ιδιοσυγκρασία του Αλμπέρτο Καέιρο,

συνιστά τον “εκ διαμέτρου αντίθετο σωσία” του Πεσσόα.
Είναι ένας ήρεμος παρατηρητής μιάς πραγματικότητας που δεν έχει βάθος, αλλά μόνο επιφάνεια, πάνω στην οποία γλιστράει το “βλέμμα καθαρό σαν ηλιοτρόπιο”.  Η ποίησή του ακολουθεί τους χαμηλούς τόνους μιάς παθητικής εξομολόγησης , μιάς ταυτολογικής προσέγγισης του κόσμου, μιάς προσπάθειας ορισμού των πραγμάτων εκ του αντιθέτου, πολύ συχνά μέσω της αρνήσεως. Δεν υπάρχουν στην ποίησή του λυρικές εξάρσεις, καλολογικά σχχήματα , ωραίοι στίχοι, περίτεχνες εικόνες.
Παγανιστής, πανθεϊστής, αυτοπροσδιορίζεται στην ποίησή του ως “ ερμηνευτής της Φύσης” και “ιχνευτής της Φύσης”, αυτοχριόμενος μάλιστα ως “ ο μοναδικός ποιητής της Φύσης” , πριν εντέλει την αποποιηθεί.
Φύση στον Καέϊρο είναι ο κόσμος που τον περιβάλλει, η ζωή των δέντρων και των φυτών, ο ήλιος, το φεγγάρι, ο ουρανός, ο αέρας, η βροχή και ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο μέρος αυτού του κόσμου.
Είναι ο αρνητής της μεταφυσικής αγωνίας , της σκιάς και των κρυφών πραγμάτων. Ωστόσο, η “απλοϊκή” προσέγγιση του “βουκολικού” ποιητή είναι αποτέλεσμα μιάς επίπονης μάθησης καθώς και μιάς ασκητικής επιμονής και απολύτως συνειδητής, προκειμένου να αποβληθεί το περιττό της παιδείας, το ένδυμα του πολιτισμού, με απώτερο στόχο να σκέφτεται “όχι σαν κάποιος που σκέφτεται, αλλά σαν κάποιος που αναπνέει”.




Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΔΡΩΜΕΝΟΥ,

ο ποιητής που φέρει τη βιογραφία του ίδιου του Φερνάντο Πεσσόα και υπογράφει με το όνομά του, φαίνεται να επιτρέπει στον εαυτό του μια μεγαλύτερη ποικιλία θεματολογίας, ύφους και τεχνοτροπίας.

Είναι ταυτόχρονα ο ελεγειακός ποιητής της Συλλογής τραγουδιών, ο μυστικιστής ποιητής του Μηνύματος, ο ερωτικός ποιητής των English Poems, ο ανεξάντλητος δοκιμιογράφος  στην πορτογαλική αλλά και στην αγγλική γλώσσα. 
Είναι ο ιδρυτής του μοντερνιστικού περιοδικού  Orfeu, ο συγγραφέας του Ηρόστρατου, του ανατρεπτικού διηγήματος Αναρχικός τραπεζίτης, του θεατρικού στατικού δράματος Ο ναυτικός, προάγγελου του Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ, και της “υποκειμενικής τραγωδίας” του ανολοκλήρωτου αλλά εξαίρετου Φάουστ.

Αλλά πρωτίστως είναι ο ποιητής που ορίζει την τέχνη του λέγοντας :

“Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη”.











Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Το ωραίο, ιστορικό Ναύπλιο !



- Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη της πόλης από τα μυκηναϊκά κιόλας χρόνια

- 1686, το Ναύπλιο ορίζεται πρωτεύουσα του βασιλείου του Μορέως. 

- Πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο 1828 - 1833. 



απ' το μπαλκόνι της Βιβής






















το Παλαμήδι





το πέρασμα γιά την "αρβανιτιά..."

*
Το 1779, ο χασάν Πασάς, στα πλαίσια της εξόντωσης των Αρβανιτών 
που λεηλατούσαν την Πελοπόννησο, κατόρθωσε να τους κατακρημνίσει 
από το Παλαμήδι και από τότε η ακτή αυτή ονομάζεται "Αρβανιτιά".









"Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ"

Γ. Σεφέρη

"ο βασιλιάς της Ασίνης"










Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, 
η πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου 
έλαβε χώρα από τις 4-10 Απριλίου 1821, 
δια ξηράς και θαλάσσης με επικεφαλής την Μπουμπουλίνα. 






τα ρόπτρα που αγαπώ




















λάδι σε καμβά, Δ. Τσόκου

"η δολοφονία του Καποδίστρια"

μουσείο Μπενάκη



ο ιστορικός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα






"Καθώς ο Καποδίστριας ανηφόριζε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα, οι δυό Μαυρομιχαλαίοι, ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος, ακούστηκαν πίσω του...
Οι Μαυρομιχαλαίοι προσπέρασαν τον Κυβερνήτη καλημερίζοντάς τον και στάθηκαν δεξιά κι αριστερά από την πόρτα της εκκλησίας.

Όταν ο αντίπαλός σου είναι αποφασισμένος να μεταχειριστεί όλα τα μέσα, χωρίς να εξαιρεί κανένα απολύτως, εσύ τι κάνεις ;

Ο Καποδίστριας είδε την περίεργη αυτή κίνηση.
Δεν κατάλαβε τον σκοπό της κι έτσι προχώρησε ;
Τον κατάλαβε αλλά, έχοντας δείξει πάντα μεγάλο προσωπικό θάρρος , προχώρησε;
Οπωσδήποτε συνέχισε τον δρόμο του. Θα ήταν εξ άλλου πάρα πολύ κουρασμένος πιά.

Στο κατώφλι της εκκλησίας 
ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης του βύθισε το μαχαίρι του στην κοιλιά ενώ 
ο Κωνσταντίνος τον άρπαζε με το αριστερό από τον σβέρκο και τον πυροβολούσε στο κεφάλι."

από το βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη 
"1821 - η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε"






κι ακόμα εδώ,
το πρώτο φαρμακείο !

















Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Γιώργος Σεφέρης


Ο βασιλιάς της Ασίνης

Lord of Asine

12ος αι. π.Χ, 
αρχαιολ. μουσείο Ναυπλίου



σίνην τε 
ΙΛΙΑΔΑ
(στίχοι 559 – 560:

"Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν,  
Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κόλπον εχούσας…")


Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγονιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.


Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
"Ἀσίνην τεἈσίνην τε…"


καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.


Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.


Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνάρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς
τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς

ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό
.

σπιδοφόρος λιος νέβαινε πολεμώντας

κι π τ βάθος τς σπηλις μία νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στ φς σν τ σαΐτα πάνω στ σκουτάρι:

"Ἀσίνην τε σίνην τε…" 

Ν ταν ατ βασιλις τς σίνης

πο τν γυρεύουμε τόσο προσεχτικ σ τούτη τν κρόπολη

γγίζοντας κάποτε μ τ δάχτυλά μας τν φή του πάνω στς πέτρες







*
Στό αρχείο Σεφέρη βρέθηκαν έξι ”σχεδιάσματα ” του “βασιλιά της Ασίνης”
-Ημερολόγιο Καταστρώματος Α-, πού γράφτηκαν μεταξύ 1938 και 1940.

εδώ,
το “σχεδίασμα πρώτο”

Ο Βασιλιάς της Ασίνης

Οι ραψωδοί δεν ήρθαν ως εδώ οι τραγικοί με ξέχασαν κι έπειτα
ήταν αργά για τα βουκολικά και τα ειδύλλια.
Οι άνθρωποι της Σίβυλλας με σμαραγδένια μάτια
με πηγαδίσια φωνή και με κόκκινα προσωπεία
προτίμησαν τους γειτονές μου: τίς Μυκήνες ,το Αργος
άνομες γυναίκες,βασιλιάδες φονικούς,κληρονομώντας το αίμα
σαν κόκκινη κλωστή πού δεν μπορεί να σπάσει.
Οι πέτρες μου – εξω από τον καιρό,κι ο γιαλός μου
ο μακρύς γιαλός μου βράδυ κι αυγή μονότονος
με τον άφθαρτο κυματισμό των κυμάτων-
εξω από τον καιρό - έξω από τον ρυθμό σωμάτων
τυφλών: ιστορίες της Κλυταιμνήστρας η του Θυέστη,
σάρκες κουρασμένες, σκοτωμένη η ζωή
μ άυτήν εζήσαν κι οι ψυχές κατέβηκαν στον Αδη
τσιρίζοντας λιγνά σπασμένα ,σα νυχτερίδες
κι η δικαιοσύνη γεννούσε την αδικία, στόν αιώνα.
Πήρα τον άλλο δρόμο τον απάνθρωπο.
Αρνήθηκα τα θυμωμένα χέρια,τα χείλια τα υγρά,τα δάκρυα
και τη λύσσα της ύπαρξης με σώματα παράφορα
τη φρίκη του ήλιου όταν πεθαίνει το παλικάρι
τη φρίκη της νύχτας σαν η γυναίκα γεννά
άπλωσα την ψυχή μου σ ένα μεγάλο κύκλο αδειανό
δεν ένιωθα τίς πέτρες, ηξερα πώς εκείνες με νιώθουν
δεν έβλεπα τ άστέρια,ήξερα πώς εκείνα με βλέπουν
κι η θάλασσα σκιρτούσε γύρω στη σάρκα μου.
Ημουνα το κενό πού εχτρεύεται η φύση
και πονέσαν άνθρωποι πολλοί εξαιτίας μου.
Σα δε γυρεύεις τίποτε γίνεσαι παράξενα σκληρός.
Ωστόσο μια φορά...

photos
foteini

πυξίδα
Ασίνη, ακρόπολη
730-690 π.Χ.