Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

.
βράδυ Κυριακής
.
τελείωσε σήμερα το εργαστήρι παραμυθιού.
λυπήθηκα σαν τελείωσε.
θα ήθελα να κρατήσω μιάν επαφή μ' αυτήν την ομάδα.
σήμερα, η τελευταία ημέρα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά στους ανθρώπους...
.
σκέφτομαι τους ανθρώπους
και
τη ζωή.
.
αύριο, θα ήθελα να ξεκουραστώ λίγο...
.
.
.
.
.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

.

Τους 4 μουσικούς της Βρέμης,

των αδελφών Grimm,

το πρωτοδιάβασα και το αγάπησα πολύ μικρό παιδί, όπως πολλά άλλα παραμύθια, λαϊκά ή έντεχνα.

.
.

Το ίδιο λαϊκό παραμύθι

υπάρχει στο βιβλίο " Γ. Α. Μέγας, Ελληνικά παραμύθια, β’, βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2001" με τον τίτλο :


«Οι μουζικάντες»

.

.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός, κι είχεν έναν γάϊδαρο.

Ο γάϊδαρος εγέρασε κι ο γεωργός πήγε και τον έδεσε έξω, να ψοφήσει.

Από κει, πέρασεν ένας κυνηγός κι είχεν ένα σκύλο, αλλά δεν τον ήθελε πιά, γιατί εγέρασε και δεν έβγαζε τους λαγούς.

Ο σκύλος εστάθηκε κι ερώτησε τον γάϊδαρο :

- τι κάνεις, καϋμένε γάϊδαρε, εδώ ;

Λέει ο γάϊδαρος :

- μ’ έδεσεν εδώ, το αφεντικό μου να ψοφήσω, γιατί εγέρασα.

- κι εμένα μ’ έδιωξεν ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πιά τους λαγούς

-έρχεσαι, του λέει ο γάϊδαρος, να πάμε να γίνουμε μουζικάντες ;

- έρχομαι, λέει ο σκύλος.

Έκοψε τότε το σκοινί του ο γάϊδαρος κι έφυγαν

Έξω απ’ το χωριό, βρήκαν μια γάτα που καθόταν σ’ ένα πεζούλι κι έκλαιγε και με το μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυά της.

Της λέει ο γάϊδαρος :

- γιατί κλαίς, συντέκνισσα ;

- γιατί κλαίω ; εγέρασα και δεν βλέπω πιά τους ποντικούς, και γι αυτό η κυρά μου μ’ έδιωξε.

- δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες ;

- έρχομαι.

Λέει τώρα ο σκύλος στο γάϊδαρο :

- δεν μπορώ, καϋμένε γάϊδαρε, να περπατήσω

Του λέει ο γάϊδαρος :

- ανέβα στη ράχη μου

Ανεβαίνει στη ράχη του ο σκύλος, ανεβαίνει κι η γάτα και πάν καβάλα στο γάϊδαρο

Πήγαν – πήγαν, έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι.

Απάνω σε μια κολώνα ήταν ένας πετεινός κι ελαλούσε.

Του λέει ο γάϊδαρος :

- γιατί, καϋμένε πετεινέ, λαλείς ;

- ας τα, λέει ο πετεινός. Έχει μουσαφιρέους τ΄αφεντικό μου και θα με σφάξει.

- δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες ;

Πηδάει κι ο πετεινός πάνω στο γάϊδαρο

Πήγαν – πήγαν, έφτασαν σ’ ένα δάσος κι εβραδιάστηκαν εκεί.

Λένε στη γάτα :

- ανέβα γάτα σ’ ένα ψηλό δέντρο, να κοιτάξεις, αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά

Η γάτα ανέβηκε απάνω σ’ ένα δέντρο και είδε φως μέσα στο δάσος

Εκεί ήταν ένα καλύβι και μέσα στο καλύβι καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες.

Τη στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν το καζάνι με το φαϊ απ’ τη φωτιά, βάζει ο γάϊδαρος το κεφάλι του απ’ το παράθυρο, κι αρχίζει να γκαρίζει.

Γκα, γκα, γκα, ο σκύλος γάου, γάου, η γάτα νιάου, νιάου, ο πετεινός κι κι ρί κου...

Οι κλέφτες τάχασαν, θάρρεσαν πως ήσαν ξωτικές, και πήραν δρόμο.

Μπαίνει μέσα ο γάίδαρος με την παρέα του και την κάνανε, να !

Σαν έφαγαν, ο γάϊδαρος βγαίνει όξω και κυλιέται, ο σκύλος κάθησε στην πόρτα, η γάτα στο τζάκι κι ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί, μπροστά στο καλύβι.

Σαν νύχτωσε κι οι μουζικάντες μας κοιμούνταν, λέει ο καπετάνιος στους κλέφτες :

- ποιος είναι παλληκάρι, να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

- Εγώ, λέει ένας

- Άντε, να πας

Πάει αυτός, μπαίνει μέσα.

Το σκυλί στην πόρτα δεν τον επείραξε.

Βλέπει αυτός τα μάτια της γάτας και λέει : - ακόμα βαστάει η φωτιά

Πάει κοντά να πιάσει φωτιά για ν’ ανάψει τη λάμπα, τον αρπάζει η γάτα απ’ τα μούτρα.

Πάει να βγεί όξω, τον αρπάζει απ’ τα ποδάρια ο σκύλος.

Βγαίνει όξω, τον αρχίζει ο γάϊδαρος στα κλωτσίδια

Ο πετεινός φωνάζει απ’ το κλαρί : - Κουκουρίκου, πιάστε τον, πιάστε τον !

Φεύγει αυτός, τρομαγμένος.

Σα γύρισε, τον ερώτησαν τι έκανε

- ας τα, λέει, πάω να ιδώ στο τζάκι, μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια. Πάω να βγω όξω, μ’ αρπάζει άλλη απ’ τα ποδάρια. Βγαίνω όξω, και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μιά, και μ’ έριξε κάτω, και μια άλλη φώναξε : πιάστε τον ! πιάστε τον !

Οι κλέφτες, πού να ξαναπατήσουν πιά στο καλύβι !

Ο γάϊδαρος, ο σκύλος, η γάτα, κι ο πετεινός,

τρώγανε και πίνανε

κι εμάς δε μας δίνανε.

.

.

τα υπογραμμισμένα είναι απλά

όσα λέω διαρκώς λάθος

και προσπαθώ να τα θυμάμαι σωστά...

.


Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

.

Από τις παραδόσεις του Μοριά

Συλλογή Νικολάου Πολίτη

Δημοσιεύτηκε στην Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμος του 1959

.


ΤΟΥ ΠΑΠΑ Τ’ ΑΛΩΝΙ (Δαβιά Μαντινείας)


.

.

Εκεί κοντά που μπαίνουνε ΄ς την Ταβιά, στο δημόσιο δρόμο χάμου, είναι νιά τρούπα βαθειά, που πρώτα ήταν αλώνι.

Άκου να ιδής πως έγινε τούτο :

Στις δεκαφτά τ’ Αλωνάρη είναι η γιορτή της αγιά Μαρίνας.

Ένας παπάς είχε τη θημωνιά του εκεί κοντά ’ς τ’ αλώνι του κι έβανε τ’ άλογα ανήμερα να πατήσουνε.

Λέει, είν’ αλαφρή γιορτή, δεν κάνει να καθόμαστ’ άνεργοι, τα χέρια ξερά.

Το μεσημέρι πλιά, που ησύχασ’ ο κόσμος, ο τραγόπαπας αλώνιζε ακόμα, και δώσ’ του με τοις φωναίς εξεκούφαινε τον κόσμο.

Μα σαν ήρθε ντάλα μεσημέρι, που δεν ακούς άλλη μιλιά εξόν από τουν τσιντσίρωνε, ο διαβολόπαπας τα ίδια και χειρότερα.

Τότενες έβανε και τη ντουάνα κ’ εστάθηκε απάνου ολόρθος και δώσ’ του εψόφησε τάλογα.

Εκείν’ την ώρα, να σου, μάτια μου, κ’ έρχεται νιά όμορφη γυναίκα, με χρυσά μαλλιά, ασπροφόρα και χαιρετάει τον παπά.

Εκείνος τη δουλειά του !

Αλώνιζε και δεν της είπ’ μαηδ’ ένα καλώς ώρισες.

Του λέει η γυναίκα : «γιατί αλωνίζεις σήμερα, που είναι της αγιά Μαρίνας ;»

- «Μπα λέει, και τι ; θα σε βάνω γω ξεταστή, τι κάνω ; Έτσι θέλω κι αλωνίζω.»

Δεν επρόφτασε να τελειώση το λόγο, κι ακούγεται νιά βουή, Παναϊα μου !

Ελέγαμε ότι έγινε σειγμός κι επεταχτήκαμε ούλοι ς’το πόδι. Πηγαίνουμε κατά τη μεριά π’ ακούστηκε ο βρόντος, και τι γλέπουμε ; Μιά καταβόθρα, ε, άκωλη τον κατήφορο !

Η γυναίκα εκείνη ήτανε η Αγιά Μαρίνα και είπε κ’ εσκίστηκε η γης κ’ εκατάπιε και παπά κι άλογο κι αλώνι.

Άλλοι πάλι έχουν να πούνε, πως δεν ήταν η αγιά Μαρίνα, και πως ήτανε νιά νεράϊδα, που την έστειλε η Κυρά να χαντακώσει τον παπά, γιατ’ εχούγιαζε ντάλα μεσημέρι και εχάλαγε την ησυχία τουν νεράϊδωνε, που είχαν τότες τραπέζι.

.

Κ’ ετρώγανε

κι επίνανε

και καμιανού δε δίνανε.

.

.

.

.

.

ε καλά, να λέγεται ότι στην αντιγραφή, στο word σχεδόν όλες οι λέξεις, μου χτύπησαν κόκκινο...

.

όσο γιά μένα,

ωρίμασα σήμερα (!) και τόειπα πιό σωστά...

και πρέπει να βρω άλλο ένα, να το ετοιμάσω τις επόμενες μέρες.

έχω ένα - δυό στο μυαλό μου...

.

.

.

.

.


Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

.
σήμερα ήταν η σειρά μου.
διηγήθηκα στην ομάδα μιά ιστορία απ' τη λαϊκή παράδοση - απ' τη συλλογή του Νικόλαου Πολίτη.
είχα μάθει το κείμενο καλά "απ' έξω", λέξη προς λέξη.
το είχα πει "απ' έξω" δεκάδες φορές στα παιδιά.
τελικά στεναχωρήθηκα , γιατί θαρρώ δεν τα πήγα πολύ καλά. δεν ξέρω γιατί δεν το διηγήθηκα όπως ήθελα...
με ενοχλεί, που δεν είχα τον έλεγχό μου την ώρα της διήγησης...
νομίζω είμαι η μόνη καινούργια στην ομάδα ή μάλλον είναι και μιά άλλη κοπέλα, αλλά αυτή είναι ήδη, σχεδόν επαγγελματίας στη διήγηση.
χωρίς να το δείχνω, είχα λίγο τρακ μαζί τους.
δεν μ' αρέσει όμως να δικαιολογώ τον εαυτό μου.
ούτως ή άλλως έπρεπε, ο βλάκας, να το πω σωστά.

.
.
.
.
.
.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

.
ξημερώνει η Δευτέρα.
επτά βαθμοί πάλι έξω... κρατάει πολύ αυτό το κρύο...
.
προσπαθώ να μάθω par coeur ένα πεζό κειμενάκι - ήταν στην επιλογή μου και διάλεξα ευτυχώς μικρό, ίσα ίσα μισή σελίδα...
έχω όμως να αποστηθίσω πεζό κείμενο, από τότε που παίζαμε θέατρο στο σχολείο και δεν μου είναι καθόλου εύκολο...
άρχισα και το γράφω με μολύβι στο τετράδιο σειρά σειρά, μαθαίνοντας μικρά κομματάκια κι επαναλαμβάνοντας διαρκώς...
κατόπιν, αν το ζωγραφίσω λίγο λίγο, ίσως το θυμάμαι...
θα δούμε...
.
εσύ τώρα, mikremouMozart, θα γέλαγες, αν μπορούσα να στα πω αυτά, αλλά πώς να γίνει ; έχουμε κι εμείς τα μικρά μας, ασήμαντα προβλήματα.

.

.
.
.
.
.