Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

 Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ 


Αν δεν μού 'δινες ποίηση Κύριε


Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό, τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σου φαίνονται;
Εἶδες τὰ στάχυά μου, Κύριε;
Εἶδες τ' ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;

Κι' ἔχω ἀκόμη καιρό! Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ' ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι' ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως, δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ' ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι τὸ βράδι μου, Κύριε,
καὶ πρέπει νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ 
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.


Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019


6.30 - 7.30 περίπου, σήμερα το πρωί, παρακολούθησα στο κανάλι της ΒΟΥΛΗΣ 
τον Κώστα Γεωργουσόπουλο να μιλάει γιά τις 
"Φιλοσοφικές ρίζες του Οδυσσέα Ελύτη".

Είναι η διάλεξη που είχε κάνει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Στοάς του Βιβλίου, δεν γνωρίζω ποιά χρονιά...
Τι υπέροχα πράγματα ήταν όσα άκουσα και τι μαγικά !
Και πόσο τυχεροί, σκεφτόμουνα, είσαστε εσείς, που είχατε καθηγητή τον Κ. Γεωργουσόπουλο στο σχολείο!
Πόσο ζηλευτός δάσκαλος είναι ! τι γνώστης ! πόσο μεταδοτικός !
Σου ανοίγει τα μάτια και σε κάνει να διψάς να μάθεις κι άλλα...
Μακάρι να μπορούσα να ξαναβρώ κάπου αυτήν του τη διάλεξη!...


*πρέπει να ψάξουμε τους προΣωκρατικούς, την σχέση ανάμεσα σε Montaigne και Σαίξπηρ (mot a mot το κείμενο του Montaigne ! και η "κυκλική μνήμη της ανάγνωσης"...), κάποιες ετυμολογίες λέξεων κι άλλα πολλάαα...








Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019


"... Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις"








Έχω διαβάσει "ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΜΠΕΛ" του Κ. Αρκουδέα, πέρυσι ή μάλλον φέτος, δεν θυμάμαι...
Στο καλό αυτό βιβλίο, είδα, εκτός από την Οδύσσεια που πέρασε ο Νίκος Καζαντζάκης την εποχή εκείνη,
αντιμέτωπος με ένα ελεεινό "κατεστημένο" - στο τέλος του εμφύλιου και τα κατοπινά χρόνια,
είδα ότι ο συγγραφέας δίνει στοιχεία γιά το πώς πολιτικές σκοπιμότητες και λογιώ λογιώ πιέσεις επηρεάζουν την απονομή των λογοτεχνικών βραβείων... 

Κι ενώ έχω πάντα μέσα μου βαθειά περηφάνεια γιά τα Νόμπελ του Σεφέρη και του Ελύτη, άκουσα απόψε μιά εξαιρετική, διαφορετική σκέψη, που ομολογώ, ότι δεν είχε περάσει απ' το δικό μου κεφάλι...

"όχι μονάχα εμείς να είμαστε περήφανοι που οι δυό μας ποιητές πήραν το Νόμπελ,
αλλά το ίδιο το Νόμπελ να είναι περήφανο, που το τίμησαν τέτοιοι ποιητές!"

τόσο πολύ μου άρεσε αυτή η σκέψη!
θα την υιοθετήσω !






Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
20/6 - 20/10/2019



ΠΙΚΑΣΣΟ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

ΘΕΪΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ



photos
foteini



ε λοιπόν, 
αυτοί οι "δύο γέροι στην ακροθαλασσιά" του Πικάσο,
εμένα συνειρμικά με πήγαν σε κάτι άλλο χιλιο λατρεμένο :


Στον ένα γέροντα στην ακροποταμιά !



Γιώργος Σεφέρης

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο



Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς
βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα
ποὺ δὲν εἶναι ποτὲς του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.


Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε
γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες,
τὸ   
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
καὶ γιὰ τὰ μεγάλα

ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε
ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42









Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

photos
foteini

Γεράνεια όρη

...κι οι γερανοί, που με τις φωνές τους, στον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, οδήγησαν σε αυτά τον Μέγαρο γιά να σωθεί (!)

Μόνο κατ' όνομα γνώριζα τα Γεράνεια όρη, κι αυτό απ' το σχολείο...

Μαγεύτηκα χτες και σήμερα...
Δάσος ατελείωτο... πυκνά πεύκα, δρύς, Κεφαλλονίτικα έλατα, σχίνα, πουρνάρια, στις κορφούλες πλατώματα ηλιόλουστα με αμπέλια κι ελιές

Σαρωνικός, Κορινθιακός, οι Αλκυονίδες νήσοι απέναντι.





Ξυλόφουρνοι...







αχ, Ελλάδα !
πάντα εδώ επιστρέφουμε :



à la manière de"...


Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου"·
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Oμονοίας"
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν "σωσίτριχα" φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.

Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
Καλοκαίρι 1936

Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος





μπάνιο 25ο





Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, που καλή μοίρα έλαχε και σε γνώρισα από κοντά, έστω και γιά τόσο, μα γιά τόσο λίγο...

Πάνε ίσως 12 χρόνια τώρα, ήταν στο κέντρο της Αθήνας, γωνία Βουλής και Κολοκοτρώνη. Μεσημέρι, έβρεχε. Σήκωσα το χέρι μου κι ένα ταξί που ανέβαινε την Κολοκοτρώνη στάθηκε μπροστά μου. Όταν μπήκα και κάθησα στο πίσω κάθισμα, είδα ότι εσύ καθόσουν εμπρός. 
Σεβάσμιος γέροντας.
Από πάντα σε λάτρευα. Μες στο δικό σου πνεύμα είχα μεγαλώσει και με τα λόγια σου είχα ωριμάσει κι είχα ανδρωθεί. Ήτανε όμως η πρώτη φορά που σε έβλεπα από κοντά... Ήμουνα λίγο σαστισμένη γι αυτό. Και πολύ συνεσταλμένη. Ευχαριστήθηκα.
Έσκυψα μπρος και σε χαιρέτησα. "Καλημέρα σας, Ποιητά!"
Γύρισες προς τα πίσω, τα γλυκά σου μάτια μου χαμογέλασαν. Με χαιρέτησες κι εσύ.
Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή, συζητούσες ήσυχα με τον σωφέρ.


Μιάν άλλη φορά βγήκα απ' το γραφείο μου και στάθηκα στην λεωφόρο, να πάρω ένα ταξί, γιά να κατέβω στην Αθήνα.
Σε είδα ξαφνικά, ήσουν κοντά μου, λίγο πριν από μένα στο πεζοδρόμιο, είχες ήδη σταματήσει ένα αυτοκίνητο κι ετοιμαζόσουνα να μπεις μέσα. Όταν με είδες, με την περισσή σου ευγένεια, με φώναξες και μου είπες να περάσω κι εγώ μέσα. Έτσι, ξαναταξιδέψαμε μαζί... Φυσικά, δεν με άφησες να πληρώσω το ναύλο μου...


Όταν τα ξανασκέφτομαι, γελάω. Σχεδόν κάθε φορά, μέσα σε αυτοκίνητα έτυχαν οι συναντήσεις μας...
Η μοίρα μου, αφού εγώ δεν οδηγώ...


Μιά φορά είμασταν με την Άσπα στη λεωφόρο, έξω από το γραφείο μου, ψάχνοντας πάλι ταξί γιά να κατέβουμε στο κέντρο.
Από την αυλόπορτα της δικής σου εργασίας βγήκε ένα ταξί και στάθηκε μπροστά μας. Μπήκαμε και καθίσαμε στο πίσω κάθισμα. Εσύ ήσουνα μέσα, καθιστός μπροστά, δίπλα στον οδηγό.
Σε όλη τη διαδρομή, η Άσπα, γλωσσού, κουβέντιαζε μαζί σου... Εγώ σιωπηλή.
Κατέβηκες πριν από μας. Όταν εμείς φτάσαμε στον προορισμό μας κι ετοιμαστήκαμε να πληρώσουμε την κούρσα, ο ταξιτζής μας είπε "δεν χρωστάτε τίποτα, μου πλήρωσε ο Ποιητής και την δική σας διαδρομή"!


Μιάν άλλη πάλι φορά, ήμουνα βράδυ σε μιά πανήγυρη εκκλησίας. Στη γειτονιά μου.
Χιλιάδες κόσμος να περιφέρεται ένα γύρω, και κάπου στην άκρη να παρακολουθώ κι εγώ, που συστηματικά  αποφεύγω να χώνομαι μέσα στο πλήθος. Ξάφνου συναντώ κάπου εκεί έναν παλιό μου φίλο, που με τραβάει απ το χέρι και μου λέει, "πάμε να πιούμε ένα κρασάκι". Τον ακολουθώ ως το αυτοκίνητό του.
Μπαίνω και κάθομαι πίσω στο αυτοκίνητο. Μπροστά, συνοδηγός κάθεται η γυναίκα του, ένα καλό πλάσμα, που την εκτιμώ πολύ και στο πίσω κάθισμα, μόλις κάθομαι βλέπω δίπλα μου έναν άντρα γνωστό, ένα εξαιρετικό πνεύμα, που πολύ τ' αγαπώ, και πάρα δίπλα καθισμένος εσύ, Ποιητά! 

Γι αυτό καμμιά φορά γελάω και λέω "σχεδόν κάθε φορά, μέσα σε αυτοκίνητα οι συναντήσεις μας"...

Εκείνο το βράδυ, καθίσαμε οι πέντε παρέα κι ήπιαμε ένα κρασάκι. Με μπαρμπούνια και χόρτα, αν θυμάμαι καλά...
Στο πλαϊνό τραπέζι, καθόταν μιά παρέα, μεγάλοι άνθρωποι, που εγώ έτυχε και τους γνώριζα. Έσκυψες και με ρώτησες "ποιός είναι αυτός ο κύριος ;"
Σου είπα το όνομά του κι εσύ τότε φώναξες "καλά το κατάλαβα ! με αυτόν είμαστε συμμαθητές στο σχολείο!"
Έτσι σηκωθήκαμε απ' το τραπέζι μας, πήγαμε δίπλα και μιλήσαμε με τον συμμαθητή σου. Θυμάμαι τη χαρά που έκανες ! 



Η τελευταία φορά, ήταν ατυχής...
Η τελευταία φορά ήταν μία ΜΗ συνάντηση...

Είχα προγραμματίσει, ένα απόγευμα στο τέλος του καλοκαιριού, να κάνουμε ένα αφιέρωμα σε εσένα και την ποίησή σου.
Όταν το προγραμμάτισα σε πήρα τηλέφωνο στο σπίτι σου και σου το είπα.
Ευχαριστήθηκες, αλλά "δεν θα είμαι τότε εδώ, μου είπες, θα είμαι στην Σύρο"

Έφτασε ο καιρός της εκδήλωσης. Μουσικές μπάντες, όλα έτοιμα.
Εγώ δεν τόλμησα να σε ξανακαλέσω, αφού είχες πει, θα είσαι στη Σύρο...
Εκείνο το απόγευμα ξαφνικά έβρεξε. Ψιλοέβρεξε, αλλά έβρεξε.
Και η εκδήλωση ήταν έξω, σε πλατεία. Κι οι καρέκλες βρέχονταν, κι οι μουσικοί βρέχονταν, κι όλα πήγαν στραβά... Οι μουσικοί είπαν δεν μπορούν να παίξουν...
Τότε μόλις, έμαθα ότι βρίσκεσαι στην Αθήνα κι ότι ετοιμάζεσαι να έρθεις...
Πανικόβλητη σου τηλεφώνησα. "Βρέχει", σου είπα...
"Έξω είναι η εκδήλωση;" με ρώτησες...
"Έξω"

Εκτίμησα λάθος τον καιρό. Όλο εκείνο το καλοκαίρι, όλες οι εκδηλώσεις έγιναν υπαίθρια, με έναν πολύ καλό καιρό...
Πώς να το φανταστώ ? ! 
Τέλος.  Εκτίμησα λάθος τον καιρό. 
Έγινε το λάθος την ημέρα ακριβώς που δεν ήθελα και την ημέρα ακριβώς που δεν έπρεπε να γίνει...
Το φέρω βαρέως...

Κι υπάρχει λόγος, Ποιητά, που στα γράφω αυτά απόψε, στις 12 του Μάρτη, 2019.






Κυριακή 25 Μαρτίου 2018


Χαίρε , φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα ˙
Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.

Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί ˙
Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί.

Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα ˙
χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα


από τον Ακάθιστο Ύμνο





Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


Από το “Άξιον Εστί”
του Οδυσσέα Ελύτη






Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018


Il y a des mots qui font vivre
Et ce sont des mots innocents
Le mot chaleur et le mot confiance
Amour justice et  le mot liberté
Le mot enfant et le mot gentillesse
Et certains noms de fleurs et
Certains noms de fruits
Le mot courage et le mot découvrir
Et le mot frère et le mot camarade
Et certains nom de pays de villages
Et certains noms de femmes et d'amis.


Paul Eluard ( 1895-1952)





Σάββατο 11 Μαρτίου 2017


Cesare Pavese

από το “Θλιμμένο κρασί”

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου
Δίχως να σε προσέξουν.

Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους.






Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Σεφέρης
γιαΝάπα, Α
……..

Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα
συντυχαίνοντας ἀνθρώπους μὲ τέλειες πανοπλίες...
παράξενο, δὲν πρόσεχα πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.

Εἴταν τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν,
τ κριάρι πο σφαζα κι στρωνα στ πόδια τους...













Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ω, τι σόϊ, μαμά !


ΙΙΙ. 


Χρόνος αυτόχειρας


ΠΟΙΗΣΗ



Δημήτριος Γ. Δημητριάδης



εκδόσεις Γκοβόστη, 2016




Σταχυολογώ από την ποιητική συλλογή :


"ΑΠΩΛΕΙΑ"


Μ
έτσι ξεκινά η Μοναξιά
με τα μη και τα δεν,
και το Μάταιο
ενός ορίζοντα που έπαψε να ζυγώνει.

Α
όχι αγάπη
όχι πιά
Ανήμπορος, ίσως
Ανόητος, αναμφίβολα.

στο λάμδα κοντοστέκομαι
Λίμνη
Λάθη
θα είναι μιά Λίμνη από Λάθη, λοιπόν
Λοιπόν, όπως το συμπέρασμα
ότι η ζωή παρακάμπτει
τους ανήμπορους ανόητους.

όμικρον, όπως Όνειρα
κάποτε
όπως Όμορφος
κάπου
ανάμεσα στα στάχυα και το φως
μιάς γης ολότελα ξένης.

γράμμα Ρ από τον έρωτα
χωρίς το ε
απομένει μόνο το Ρώτα
μα δεν ελπίζω
η απάντηση έσβυσε εκείνη τη νύχτα
όποιο κι αν ήταν το ερώτημα.

Γιώτα το τελευταίο γράμμα
Ιστορία ανείπωτη μέχρι τώρα
σκάλισμα στο κερί που λιώνει
κάτω από τη γροθιά του χρόνου.

Μάλορι
ανάσες δένονται καρφιά
θυσία στο ύπουλο χιόνι
τελευταίο χαμόγελο
καθώς πέταξες αθόρυβα
μαύρο πουλί.

Μάλορι γράφω στους τοίχους των κελιών
Μάλορι γράφει και στον ανθισμένο τάφο.

κλωτσώ με δύναμη το σκαμνί
ν' αποδράσω στο ανώδυνο.

θα φέρω τριαντάφυλλα
τα κόκκινα, από τον κήπο.






"ΧΡΟΝΙΟΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ"


Κάθε τόσο
αφήνω στον καμβά
που κρέμεται στην πλάτη
ενός σκαντζόχοιρου
φιγούρες παλιάτσων
και χυδαίων εραστών
θέλω να βλέπω
τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

Τα έκλυτα βράδυα
οι φιγούρες ζωντανεύουν
γεμίζουν κηλίδες την αντανάκλαση
έχω χρόνια να πλυθώ.

Οι βελόνες με πονούν
μα φοβάμαι να σπάσω τον καμβά
το σκοινί που μας ενώνει
κρατά όρθια την καρέκλα
της κρεμάλας που χω περάσει στο λαιμό.






"ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΑΣΤΗ"



Στο σκυφτό σου γραφείο
αναρωτιέσαι
αν πότισες και σήμερα
τις τρωτές σου θηλές.

Εκεί που λες
θα σμιλέψεις το χέρι σου
με το άλλο χέρι
ακόνισε προσεκτικά
τη στεριά σου
μη γυρεύεις φωτιά
κι αλάτι
παιδεύεις άσκοπα
το κοπάδι από λύκους
που έθρεψες τόσους χειμώνες
οι σκέψεις φτιάχνουν κόμπους
στο ανθισμένο μυαλό σου
τρέξε να προλάβεις το καράβι
θα φύγει σε δέκα λεπτά
δεν ακούς την πόρνη
σου το ψιθυρίζει δαγκώνοντας
το πρησμένο αυτί.

Άγγελος ή άνθρωπος
το άλλο σου μισό
κοιτάς στην πλάτη
χωρίς φτερά μάλλον άνθρωπος
χτυπάς τη γροθιά στον αιχμηρό τοίχο
αίμα παντού στο βρώμικο σοκάκι
σκούπισέ το, μην το βρει ο εχθρός
και σε διαβάλλει στις άσχημες γυναίκες
που περιπολούν κάθε νύχτα
στα ύποπτα στέκια των τεράτων.

Τόσο φως δεν το αντέχω.






από το ποίημα "ΣΩΜΑΤΟ-ΠΟΙΗΣΗ"


....................


Γέμισέ με
ψίχα σκληρό ψωμί
μουσκεμένο σε όπιο
να μην πονώ.

Κι ύστερα
φίλησέ με
ν' ασπρίσω.






από το ποίημα "Ο ΚΥΚΛΟΣ"


Απέδρασε η Αλίκη από τη χώρα των θυμάτων
έρποντας σε αιχμηρά λαγούμια
αφήνοντας πίσω εγκεφαλικούς ιστούς
κι αφηρημένες μνήμες.

Μαζί της φάνηκαν δεσμοφύλακες
η απάθεια κι η εμμονή
αυτιστικά κατάλοιπα από τη χώρα των θαυμάτων.

Αδύναμη κι ατημέλητη
έγειρε να ισιώσει τη φούστα της
γιά να καταλάβει πως είναι γυμνή.

..............................................






από το ποίημα "ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ"


...........................................


Όταν διψούσες
έπινες απ' τις πληγές στο στήθος σου
μολυσμένα υγρά
μνήμες τόξα.

Κι έτσι γοργά κι αθόρυβα
προσέγγισες τα όρια του θόλου
με την αβέβαιη ζωή σου
και το βέβαιο θάνατο.

Άπλωσες πρόθυμα το χέρι να κλειδώσεις
το κελί που γράφει τ' όνομά σου
μα σκόνταψες σ' αυτό
που οι αφελείς επιμένουν
ν' αποκαλούν ελπίδα.






από το ποίημα "ΑΣΑΛΕΥΤΑ"


....................................

Οι προσευχές δεν έπιασαν τόπο

.....................................

Μα έχει χρόνια να βρέξει.

Και ποιός είμαι εγώ να φέρω βροχή
με το ακίνητο
καινούριο μου σώμα.







από το ποίημα " ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ"

"ΑΝΑΤΟΛΗ"

.................

Λάβα κόκκινη στους δρόμους
στα υψώματα, στους υπονόμους
ξεχύθηκε νωρίς
μόλις που χάραζε.

Ίσως είναι η χολή μετανιωμένων αγίων
που κόπηκαν βαθιά απ' το μαχαίρι.

..................




"ΔΥΣΗ"

.....................

Να με θάψεις με τα μάτια ανοιχτά
να αναπνέω.







από το ποίημα "ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ

..................................

Πετάς σπίθες να κάψεις το χαρτί
μην το βρει ο άγιος που έχει τ' όνομά σου.






από το ποίημα "ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ"


Πρώτη φορά βλέπω
γλάρους σε παιδική χαρά.

Πόσο δύσκολο είναι
να παίξεις μαζί τους κρυφτό
πάντα σε βρίσκουν.

...................................







από το ποίημα "ΦΩΝΕΣ"


................................

Ακούς ψιθύρους
γλώσσα σου γλείφει το σβέρκο
σταγόνες αίμα θυσία
στο πηγάδι ευχών κάποιου άλλου.

Ελεύθερος σκοπευτής στο γυμνό σου σώμα.

Σκόρπια κομμάτια 
στον ορίζοντα που σε θήλασε.

Συναρμολόγησε τον καθρέφτη
από την αρχή.

Τούτη τη φορά χωρίς μετάνοιες.

Τις γωνίες να προσέξεις.







συνεχίζει...








Ω, τι σόϊ, μαμά !


ΙΙ.

"στον παππού Παναγιώτη και στον παππού Δημήτρη"



Ο πατέρας της Βάντας, ο Παναγιώτης Λ., έχει φύγει αρκετά χρόνια τώρα...
Ήταν σε ήθος ένας λεβέντης άνθρωπος. Μεσσήνιος. Πολέμησε και τραυματίστηκε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Άνθρωπος του πνεύματος και μαχητής της ζωής. Κρατάω σεβαστικά τη μνήμη του κι έχω στη βιβλιοθήκη μου τα βιβλία του :

"Επιστροφή στις ρίζες" 
( το κάστρο της Είρας, ο Ναός της Μελαίνης Δήμητρας και η Πύλη του Άδη, Μεσσηνιακοί Πόλεμοι - Η ζωή και τα έθιμα του χωριού και το γενεαλογικό δέντρο των ομοχωρίων μου)
εκδ. 1990

κι ακόμα το βιβλίο του :

"Οι Ντρέδες, τα παλληκάρια του Μωρηά"
εκδ. 1980
με ιδιόχειρη αφιέρωση, που είχε την ευγένεια να μου κάνει στην πρώτη σελίδα :

"Δίδα Α. Κ.
εις ένδειξιν τιμής και αγάπης
διά την πολύτιμον συνεργασίαν της."

Αυτός ο στακάτος, ντόμπρος παππούς είναι που "επηρέασε" τον Δημήτρη μας.
Αυτός είναι ο ένας του παππούς, εκ μητρός, στον οποίο το παιδί αφιερώνει την ποιητική του συλλογή.




Ο άλλος παππούς που "επηρέασε" τον Δημήτρη μας είναι ο παππούς Δημήτρης, ο Μίμης.
Νονός μου. Παντρεμένος την αδερφή της μάνας μου. Πατέρας του Γιώργου και της Διώνης.

Έχω μπροστά μου το βιβλίο του :

"1940-1945
Ένα κομμάτι της ζωής μου"

Ανοίγω κι αντιγράφω εδώ κάτι τις γι αυτόν, από τον πρόλογο του βιβλίου:

"...ήταν τρισέγγονος του αγωνιστή της Εξόδου του Μεσολογγίου, Χρήστου Καψάλη.

Έλαβε μέρος στη Μάχη της Κρήτης , όπου τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς.

Στη διάρκεια της δικτατορίας (χούντας) διώχθηκε, έμεινε σε διαθεσιμότητα γιά επτά χρόνια, και αποκαταστάθηκε με την επάνοδο της Δημοκρατίας, το 1974"



Εγώ έχω από αυτόν τον νονό, την ανάμνηση βρέφους δυό χρονών (πώς γίνεται;! κι όμως, το θυμάμαι !) να μ' έχει αγκαλιά όρθιος στο ΣΙΝΕΑΚ, εγώ να σκάω στο κλάμα ουρλιάζοντας τρομαγμένη μες τα σκοτάδια και να φεύγουμε άρον άρον...
Τέτοιο κέρατο και στραβόξυλο ήμουνα, από πάντα.
Ύστερα, μου έφερνε πάντα τα παιχνίδια που μ΄άρεσαν, δίχως ποτέ μου να ζητήσω, μ΄έπαιρνε διακοπές μαζί όπου πήγαιναν, μαζί του ήταν που είδαμε παιδιά την πρώτη μας όπερα, Lucia di Lammermoor.
Ο νονός μου  ποτέ δεν μας είπε "ακούστε κλασική μουσική !" , τον βλέπαμε όμως ν΄ακούει εκείνος κι ακούγαμε κι εμείς.
Δεν είπε ποτέ "διαβάστε !" , τον βλέπαμε όμως πάντα με το βιβλίο στο χέρι κι έτσι έρχονταν φυσικά κι αβίαστα τα διαβάσματα.

Και δεν μπορώ φυσικά να ξεχάσω, ότι στην ελεεινή και τρισάθλια δική μου εφηβεία, στην σκληρή και πανδύσκολη εφηβεία που πέρασα, στην εφηβεία την εξοντωτική γιά μένα και γιά τους γύρω μου, πάντα με υποστήριζε και μάλλωνε τον πατέρα μου, που ανησυχούσε ο άνθρωπος με τα καμώματά μου, κι οργιζόταν κι αγρίευε. 
Στήριγμα ήταν ο νονός μου, κι έτσι μπορώ πολύ καλά τώρα να καταλάβω, το γιατί ο Δημήτρης αφιερώνει στον παππού Δημήτρη, τον εκ πατρός,  ετούτη την ποιητική συλλογή.



συνεχίζει...