Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

12 Μάρτη
12 Μάη
rosa mutabilis




Έχει στα ουράνια κήπους
με γελαστά τριαντάφυλλα
και, μέσα στα λογιώ-λογιώ
το Ρόδο το θαυματουργό
κατά τον αγαπημένο
 F. G. L






Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

…………………………………………………………….

Κι όμως της μέρας δεν υπάρχει ούτε λεπτό
Που δεν επιθυμώ μαζί σου να μαι,
Γιατί με σέρνεις και μαζί σου εγώ πηγαίνω
Πίσω μου λες να πάω κι εγώ σε ακολουθώ
Μέσα στον άνεμο, σαν το λεπτό χορτάρι

………………………………………………………………




είπα, δεν θα το δω απόψε το έργο,
όχι γιατί είναι χιλιοδιαβασμένο,
μήτε γιατί είναι χιλιο ιδωμένο,
αλλά γιατί δεν ξέρω αν θα τ' άντεχε το βάρος η ψυχή μου...

το ξαναείδα όμως.

μαγνήτης δυνατός η κάθε λέξη του Λόρκα
κι η κάθε μεταφρασμένη λέξη απ' τον Γκάτσο...




δεν γνωρίζω τίνος είναι η παραπάνω μετάφραση...




Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015



Federico Garcia Lorca


Κώστας Ζαρούκας αποδίδει.
Εκδ. Σαμουράϊ
Ανεμοδείχτης


Ιούλης του 1920

(Φουέντε Βακέρος, Γρανάδα)


Άνεμε του Νότου
Μελαχρινέ, φλογερέ,
Πνέεις πάνω στη σάρκα μου,
Γεμίζοντάς με από σπορά
Βλεμάτων
Λαμπερών, εμποτισμένων
Με πορτοκαλάνθια.


Κάνεις το  φεγγάρι κόκκινο
Και με λυγμούς να κλαίνε
Τις λεύκες τις αιχμάλωτες

.........................................

Χωρίς κανέναν άνεμο,
Πίστεψέ με !,
Γύρνα, καρδιά ‘
Γύρνα, καρδιά.


Αγέρα του Βορά,
Άσπρη αρκούδα του άνεμου !
Πνέεις πάνω στη σάρκα μου
Ριγώντας από αυγές
Βορινές,
Με την κάπα σου από φαντάσματα
Καπεταναίων,
Και γελώντας δυνατά
Σαν τον Ντάντε.
Ω ! εσύ των αστεριών στιλβωτή !

...........................................


Χωρίς κανέναν άνεμο,
Πίστεψέ με !,
Γύρνα, καρδιά ‘
Γύρνα, καρδιά.


Αύρες, ρολόγια ηλιακά και άνεμοι
Του πουθενά.
Κουνούπια του τριαντάφυλλου
Με πέταλα πυραμιδένια.
Μελτέμια που μεγαλώσατε
Ανάμεσα στα τραχιά τα δέντρα,
Φλογέρες μες στη θύελλα,
Αφήστε με !
Έχει αλυσίδες χοντρές
Η ανάμνησή μου,
Κι είναι φυλακισμένο το πουλί
Που με τις τρίλιες ζωγραφίζει
Την εσπέρα.


.................................................



Διαβάζω σε ιδιόχειρη σημείωση

πως αυτό το βιβλίο,

το απέκτησα στα 18 μου…








Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

.
έξω είναι ένας ωραίος, μουντός καιρός,
πραγματικό κρύο, βλοσυρό.
.
ενδιαφέρον βρήκα το ΑΤΙΤΛΟ ΕΡΓΟ του Λόρκα, σε μετάφραση Δ. Καλοκύρη, εκδ. Ύψιλον.
πρωτότυπο πείραμα, προχωρημένη θεατρική ματιά, δεν ξέρω σε τι θα οδηγούσε αν προλάβαινε ο ποιητής να το αποτελειώσει...
.
.
θαρρώ, δουλεύει την άποψη:
.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ :
.............................
Ο θεατής είναι ήσυχος γιατί ξέρει ότι το έργο δε θα τον θίξει. Τι ωραία που θα ήταν όμως αν τον φώναζαν στο σανίδι και τον έβαζαν να μιλήσει, κι ο ήλιος της σκηνής να του καιγε το χλωμό, παγιδευμένο του πρόσωπο !
.
(πρόχειρη σημείωση δική μου : ο θεατής στη σέντρα !)
.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ :
Δεν είμαστε στο θέατρο. Γιατί θα ρθούνε να γκρεμίσουν τις πόρτες. Και τότε θα λυτρωθούμε όλοι. Μέσα εδώ επικρατεί μιά φοβερή ατμόσφαιρα ψευτιάς, και τα πρόσωπα των έργων δεν λένε τίποτα περισσότερο απ' όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν φανερά, μπροστά σε λεπταίσθητες δεσποινίδες. Την πραγματική τους αγωνία όμως δεν την λένε.
Γι αυτό δεν θέλω ηθοποιούς, αλλά άντρες από σάρκα και γυναίκες από σάρκα, κι όποιος δεν θέλει ν' ακούσει, να βουλώσει τ' αυτιά του.
.
.
αυτά τα λίγα...
.
.
.
.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

.
"Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!

Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια.

Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ."

Λόρκα, "Θρήνος γιά τον Ιγνάθιο"

Μτφρ. Νίκος Γκάτσος










.
..................................
.

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

.

..............................

.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

.

.

.

Λιγοστεύουν οι ήρωες...

.

.

.



.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009


.

χάθηκαν

οι ποιητές

από

της ζωής . . . . . . . . χάθηκαν

τα μέρη

οι ποιητές

από της ζωής

τα μέρη



΄.

.
- έβγα στ’ άσπρο σου μπαλκόνι,
φεγγαράκι μου χρυσό.

.




.

.

.

- να σου φιλούν το χέρι

Είχε σημάνει ο εσπερινός θυμάμαι
που γέμισε ο ουρανός πουλιά.
Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ' αγέρι
Καθώς στεκόσουν πλάϊ μου θυμάμαι
σε πήρα και σε σήκωσα ψηλά
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι.
Κυλάν τα σύννεφα και τρέχει η φωνή μου
να την ακούσεις και να 'ρθεις.
αν με πίστευες λιγάκι
Και μες στο κήπο αφήνω το κορμί μου
κρυμμένο στα λουλούδια να το βρεις.
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι
.
Σ' αναζητώ κάθε πρωί στο περιβόλι.
Δίχως τη δική σου αγάπη
Με τη δροσιά, με το νοτιά καίγομαι όλη.
γρήγορα περνάει ο καιρός
Δυό τριαντάφυλλα μαζεύω στη ποδιά μου
δίχως τη δική σου αγάπη
που σαν έρθεις να μυρίζουν τα μαλλιά μου
Για δες τη νύχτα πως ο κήπος μας δακρύζει
είναι ο κόσμος πιο μικρός
καθώς ο αγέρας το τραγούδι σου σφυρίζει


.
.
- κυλάν τα σύννεφα και τρέχει η φωνή μου
να την ακούσεις και να 'ρθεις
.
.










Ανάγκη να σε πάρω εγώ
που έτσι σ' απαρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
παιδάκι μου που σ' αγαπώ
σε μαύρες μέρες και σκληρές
μη μου ζητάς το αδύνατο

Δρόμο σε πήγα δρόμο μακρινό
νυχτόημερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα

κι ήταν το γάλα σου ακριβό
μα να σ' αφήσω δεν μπορώ
παιδάκι μου σε πόνεσα

Το ρούχο το μεταξωτό
μες στο ποτάμι το 'ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
να σου φιλούν το χέρι
πλένω σε και βαφτίζω σε
με το κατάψυχρο νερό
μην κλαις και μου πικραίνεσαι.





.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
- αχ καρδούλα μου, ποιος ξέρει…
.
- νάνι το γαρούφαλό μου

.
- νάνι η τριανταφυλλιά μου

.
.




.
.
.
Κουβάρι, κουβαράκι
τί θέλεις να γενείς;
Ένα χαρτί κρουστάλλι
έν΄ άσπρο γιασεμί
να σου φιλούν το χέρι
Πριν γεννηθεί να σβήσει
πριν ζήσει να χαθεί.
Κουβάρι, κουβαράκι
τι λες να τραγουδήσεις;
Λαβωματιές κερένιες
καημούς από μυρτιά.
Η χαραυγή θα γιάνει
τον πόνο της νυχτιάς.
.
Κουβάρι, κουβαράκι
για ποιόν θέλεις να πεις;
Γι αγαπημένο φίλο
γαμπρό χωρίς μιλιά.
Τους είδα ξαπλωμένους
στη μαύρη λαγκαδιά.
.
.

Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν

για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν.

Ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε,

ο δεύτερος τις κακουχίες δεν άντεχε,

ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο

κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο

Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν

αλλά δεν φτάνουνε ποτέ στο Ιράν

Ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε,

ο δεύτερος τις κακουχίες δεν άντεχε,

ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο

κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο

Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν

αλλά δεν φτάνουνε ποτέ στο Ιράν

.

.

.

από

της ζωής τα μέρη

χάθηκαν οι ποιητές

.

.

.

.

.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

.
FEDERICO GARCIA LORCA
.
.
Μικρούτσικο τραγούδι

Δεκέμβρης του 1918
(Γρανάδα)


…………………
…………………

Δε θα πετύχω την ευτυχία μου,
επειδή είμαι σαν τον ίδιο τον Έρωτα,
που τα βέλη του είν’ από θρήνο,
κι η φαρέτρα του είν’ η καρδιά.

Θα δώσω τα πάντα στους άλλους
και θενά κλαίω το πάθος μου,
σαν εγκαταλειμένο παιδί
σε παραμύθι που σβήνει.






Ελεγεία στη Δόνια Χουάνα Λα Λόκα


Δεκέμβρης του 1918
(Γρανάδα)


Πριγκηπέσα ερωτεμένη χωρίς ανταπόκριση.
Κόκκινο γαρούφαλο σε κοιλάδα έρημη και βαθιά.
Ο τάφος που σε φυλάει φιλτράρει τη θλίψη σου
μέσα απ’ τα μάτια που άνοιξε πάνω στο μάρμαρο.

Ήσουν μια περιστέρα με γιγάντια ψυχή,
που η φωλιά της ήταν αίμα από καστιλλιάνικη γη,
σκόρπισες τη φωτιά σου πάνω σ’ ένα από χιόνι κάλυκα
και θέλοντας να τον ζεστάνεις, τα φτερά σου τσακίστηκαν.

………………………..
………………………..

είχες το πάθος που χαρίζει της Ισπανίας ο ουρανός.
Του μαχαιριού το πάθος, των μελανών στα μάτια γύρων
και του θρήνου.
…………………………

Ποτέ για σένα φωλιά, μήτε το θρηνητικό μαδριγάλι,
μήτε λαγούτο που κλαίει λυγμικά, μακριά.
Ο τροβαδούρος σου ήταν ένας νεαρός με λέπια ασημιά
κι ένας αντίλαλος σάλπιγγας ο τόνος του, του ερωτεμένου.

Και, δίχως άλλο, ήσουν φτιαγμένη για τον έρωτα,
για το στεναγμό ήσουν καμωμένη, για το χάδι και τη λιποθυμιά,
για να θρηνάς τη θλίψη πάνω σ’ ένα στήθος λατρεμένο,
μαδώντας ανάμεσα στα χείλια ένα ρόδο μοσκομυρισμένο.

Για να κοιτάς πάνω από το ποτάμι το κεντημένο φεγγάρι
και να νιώθεις τη νοσταλγία, σαν ξεκινάει για μακριά το κοπάδι,
και για να κοιτάς τους αιώνιους κήπους από σκιά
…………………………

Κρατάς τα μαύρα σου μάτια στο φως ανοιχτά,
Ή πλέκουνται φίδια στα εξαντλημένα σου στήθια…
Πού είναι τα φιλιά σου που στους ανέμους πέταγες ;
Πού είναι η θλίψη του άτυχού σου του έρωτα ;

…………………………..








Θλιμένη μπαλάντα
.
Μικρό ποίημα

Απρίλης του 1918
(Γρανάδα)


……………………….
………………………

Ήμουν και καβαλάρης
ένα φρέσκο βράδι του Μαγιού.
Ήταν εκείνη τότε για μένα ένα αίνιγμα,
αστέρι γαλάζιο στο άγγιχτο το στήθος μου.
Και πήγαινα, στ’ άλογο πάνω, προς τα ουράνια, αργά.
Ήτανε Κυριακή με πλούσια χόρτα και σανά.
Κι είδα πως αντί για ρόδα και γαρούφαλα,
Τσάκιζε με τα χέρια της κρίνα.

…………………….

Έλεγα τις νύχτες τη θλίψη
της αγνοημένης αγάπης μου
…………………..


Εγώ, μονάχος, με την αγάπη μου την παραγνωρισμένη,
χωρίς καρδιά, και δίχως θρήνους,
προς την απρόσιτη στέγη τ΄ουρανού
μ΄ έναν μεγάλον ήλιο στήριγμά μου.

……………………
.
.
.
.
.
.
.






.
.
Λόρκα

Κρατάω στα χέρια παμπάλαιο δώρο
- βιβλίο λινόδετο. Βαθύ βυσσινί.
.
FEDERICO GARCIA LORCA

Σελίδα 3
υπάρχει αφιέρωση, με μαύρο στυλό πένας.
«16 Μαρτίου την Αυγή.
Να το δεχθούμε σαν
πεπρωμένον ;
είναι παράλογο ίσως
αλλά και ωραίο.
Γ.»

Δίπλα,
υπάρχει δική μου σημείωση
με μολύβι : 29/1/74


σελ. 5
φωτογραφία : η τάφρος του Βιθνάρ

σελ.6
εκδόσεις «ΣΑΜΟΥΡΑΪ»
Χ. Τρικούπη 23
ΑΘΗΝΑ

σελ. 7
ποίηση
LORCA

σελ. 9
αποδίδει : Κώστας Ζαρούκας



ΠΟΙΗΤΙΚΗ


Και να, πώς μιλάει ο ίδιος ο Λόρκα για την Ποίησή του

(προφορική, προς τον Gerardo Diego)


Όμως, τι να σας πω εγώ για την Ποίηση ; Τι να σας πω γι αυτά τα σύγνεφα, γι αυτόν τον ουρανό ; Να κοιτάς, να κοιτάς, να τα κοιτάς, να τα κοιτάς, και τίποτα παραπάνω. Θα καταλαβαίνεις, πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση. Ας τα’ αφήσουμε αυτό στους κριτικούς και τους καθηγητές. Μα μήτε εσύ μήτε εγώ, μήτε ποιητής κανένας, δεν ξέρουμε, τι είναι η Ποίηση.

Εδώ είναι, κοίτα. Κρατάω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου. Τη νιώθω και δουλεύω μ’ αυτή στην εντέλεια, όμως δε μπορώ να μιλήσω γι αυτήν χωρίς φιλολογίες. Καταλαβαίνω όλες τις Ποιητικές, θα μπορούσα να μιλήσω γι αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεφτά της ώρας. Δεν ξέρω. Μπορεί κάποια μέρα να μου αρέσει στο έπακρο η κακή ποίηση, όπως μου αρέσει (μας αρέσει) σήμερα η κακή μουσική μέχρι παραφροσύνης. Θενά κάψω νύχτα τον Παρθενώνα, για ν’ αρχίσω να τόνε χτίζω το πρωί και να μην τελειώνω ποτέ μου.

Στις διαλέξεις μου έχω μιλήσει μερικές φορές για την Ποίηση, όμως για το μόνο πράμα που γι αυτό δεν μπορώ να μιλήσω είναι η δική μου η ποίηση. Κι όχι επειδή δεν έχω συνείδηση εκείνου που κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής, με τη χάρη του Θεού – ή του Διαβόλου -, ωστόσο είμαι αυτό το πράμα και με τη χάρη της τεχνικής και της προσπάθειας, και με το ν’ αναλογίζουμαι απόλυτα αυτό που αποτελεί ποίημα.

(σελ. 167, της εκδ. Aguilar. Μαδρίτη, 1968)




ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


Ανεμοδείχτης

Ιούλης του 1920
(Φουέντε Βακέρος, Γρανάδα)



Άνεμε του Νότου,
μελαχρινέ, φλογερέ,
πνέεις πάνω στη σάρκα μου,
γεμίζοντάς με από σπορά
βλεμάτων
λαμπερών, εμποτισμένων
με πορτοκαλάνθια.

Κάνεις το φεγγάρι κόκκινο
και με λυγμούς να κλαίνε
τις λεύκες τις αιχμάλωτες, όμως έρχεσαι
πάρα πολύ αργά !
Έχω κιόλας τυλίξει τη νύχτα του ρομάντζου μου
πάνω στην εταζέρα !

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.

Αγέρα του Βορά,
άσπρη αρκούδα του ανέμου !
Πνέεις πάνω στη σάρκα μου
ριγώντας από αυγές
βορινές,
με την κάπα σου από φαντάσματα
καπεταναίων,
και γελώντας δυνατά
σαν τον Ντάντε.
Ώ ! εσύ των αστεριών στιλβωτή !
Όμως έρχεσαι
πάρα πολύ αργά.
Σκουληκιασμένο είναι το ερμάρι μου
κι έχω χάσει το κλειδί.

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.

Αύρες, ρολόγια ηλιακά και άνεμοι
του πουθενά.
Κουνούπια του τριαντάφυλλου
με πέταλα πυραμιδένια.
Μελτέμια που μεγαλώσατε
ανάμεσα στα τραχιά τα δέντρα,
φλογέρες μες στη θύελλα,
αφήστε με !
Έχει αλυσίδες χοντρές
η ανάμνησή μου,
κι είναι φυλακισμένο το πουλί
που με τις τρίλιες ζωγραφίζει
την εσπέρα.

Τα πράματα που φεύγουνε ποτέ τους δεν ξαναγυρνάνε,
το ξέρει ο κόσμος όλος,
και να παραπονιέσαι είναι ανώφελο
μες στον καθάριο κόσμο των ανέμων.
Δεν είν’ αλήθεια, μαύρη λεύκα μου, μαέστρο εσύ της αύρας ;

Να παραπονιέσαι είν’ ανώφελο !

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.
.
.
.
.
.
χρονών
δέκα εννέα...
.
.