Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ritsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ritsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, 

μοναχὸς στὴ δόξα 

καὶ στὸ θάνατο. 

Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. 

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."


Γ. Ρίτσος


άφησέ με να ρθώ μαζί σου...


Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

πήρα τον δρόμο, το στρατί.
τα βουνά δηλαδή πήρα.


μου έλειψε το βουνό όλη την χρονιά πέρυσι...
άλλος βαριεστημένος, άλλος κουρασμένος, άλλος ξυνισμένος, το αποτέλεσμα είναι ότι δεν ακολουθούσε απάνω κανείς...
φέτος είπα, δεν μπορώ να το στερηθώ μήτε το βουνό, μήτε το βάδισμα, έτσι αποφάσισα κι ανέβηκα μόνη μου, σήμερα πρώτη μέρα, φθινόπωρο έπιασε γιά τα καλά, 4 το απόγεμα απάνω στo βουνό.
είπα, εγώ θα ανεβαίνω έστω και μόνη μου.

η αλήθεια είναι, ότι κάθε πρωί, ειδικά όμως τα Σαββατοκύριακα, το βουνό έχει μέσα πολύ κόσμο.
άλλοι παν, άλλοι έρχονται, άλλοι τρέχουν, άλλοι κουβεντιάζουν, βολτάρουν, παρέες ή και μοναχικά.
στις 4 όμως το απόγευμα, κι ως λίγο να πέσει το φως, απάντησα στον δρόμο μου εδώ κι εκεί ίσως 10 ανθρώπους, όχι παραπάνω και σχεδόν όλοι έτρεχαν... δρομείς.

διόλου δεν με ενόχλησε αυτή η ερημία...
τα βήματά μου ξέρουν καλά που πάνε, εδώ χωματόδρομος, πιό κει άσφαλτος, εδώ έχουν μείνει λακκούβες απ' τις βροχές, πιό κει φυλάκιο, δενδροστοιχίες, πεύκα, ελιές, ξέφωτο, θέα στη θάλασσα, θέα στον "βράχο", το λεκανοπέδιο κάτω, στροφές, ανηφόρες, κατηφόρες, κουμαριές που ετοιμάζονται, βελανιδιές φορτωμένες, ρείκια ανθισμένα, θυμάρι ξερό αυτήν την εποχή, κυκλαμιές σαν στολίδια και κρόκοι πανέμορφοι!
το βουνό όπου παιδιά παίζαμε, στα ξέφωτα αμολάγαμε τους αετούς μας, δεν ανεβαίναμε από δρόμο μα το καβαλάγαμε απ' την μιάν άκρια ως την άλλη, φοβόμαστε να μπούμε στο ορυχείο, παίζαμε κρυφτό στα έρμα κελλιά της βυζαντινής μονής, ακούγαμε εδώ το τσακάλι να ουρλιάζει, έφηβοι ήρθαμε εδώ πάνω τα πρώτα μας ραντεβού, ενήλικες φτιάξαμε δίχτυ να το προστατέψουμε, τα βράδια ταϊζαμε τις μικρές αλεπούδες, το βουνό, ο λατρευτός τόπος, καλά λέω γω πως είμαι ένα βλαχούδι κι έχω μεγαλώσει βέρο βουνίσιο χωριατόπαιδο ...


αυτές είναι φωτογραφίες σημερινές :


" κυκλαμιὲς θ' ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια "







"πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις" 
.





η θάλασσα πέρα... !






       βγήκε το πρώτο κούμαρο !
όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα άλλο...
από τώρα μέχρι τα Χριστούγεννα οι κουμαριές θα φορτωθούν



οι βελανιδιές που μ' αρέσουν




αυτούς τους έρημους δρόμους αγάπησα...



κι αυτούς τους κακοτράχαλους...








Κυριακή 4 Μαΐου 2014


Γιάννης Ρίτσος
από την "Σονάτα του σεληνόφωτος"

...........................................................

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα...

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.








Σάββατο 12 Μαΐου 2012

.
ο Ντίκ !
.
.


.
.
.
.

Φεγγάρι
.

Δεν είναι τίποτα κοιμήσου
Μεθαύριο θα σου φέρω μια βρύση στα χέρια μου
Θα σου φέρω ένα ποτάμι μεθαύριο
Κοιμήσου

Δεν είναι το καράβι
Είναι ο άνεμος
Ο διάδρομος με τα πλακάκια
Μισά μαύρα μισά κίτρινα
Κοιμήσου

Είναι μια φλέβα στον καρπό του χεριού
Παραμέσα είναι ο σφυγμός
Και το σχοινί που αντιστέκεται στον άνεμο
Δεν κόβονται ετούτα τα σχοινιά
Παράτα τον σουγιά σου
Πήγαινε στ’άρρωστα παιδιά
Να πουλήσεις ασημένια σταυρουλάκια
Μέσα σε τούτα τα χοντρά παπούτσια
Είναι πολύ λιγνά τα ποδάρια σου
Δεν μπορούνε να σύρουν τα ποδάρια σου
Ετούτα τα χοντρά παπούτσια των συντρόφων

Σκύψε και μέτρησέ τα
Να λογαριάσεις τον δρόμο που περπάτησαν
Το δρόμο που θα περπατήσουν
Το δρόμο που δεν έχει τέλος

Ετούτα τ’άρβυλα τα μπαλωμένα

Τα χοντροκαμωμένα
Δεν είναι για τα πόδια σου φεγγάρι
Ετούτα τ’άρβυλα περπάτησαν τον πόνο
Περπάτησαν το θάνατο
μπάρμπα φεγγάρι το θάνατο δίχως να σκοντάψουν

.
.
Γιάννης Ρίτσος
Καντάτα γιά τη Μακρόνησο
.
.
.
.
.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

.
βαδίζοντας
.
από ένα
βουνό trés long
σε μία trés long
νήσο ... .
.


"... μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο

που ακουμπήσατε ..."





.


γερή λιακάδα, Κυριακή πρωί, παλιοί και νέοι συνάδελφοι, κι άλλος κόσμος, βάλαμε πλώρη γιά το Μακρονήσι.


μήτε ξέρω πόσα χρόνια ήθελα να πάω, μάλλον από πάντα ... σήμερα ήρθε η μέρα ....


δεν θέλω να πω λόγια ...
δε φελάν τα λόγια εδώ ...


πέτρα παντού.
βάτοι, φρύγανα, αγκαθιές, αγκαθιές, αγκαθιές.
περπατάς πάνω σε μιά θάλασσα από ρίγανες και θυμάρια.
μέλισσες κι άπειρες πεταλούδες. λευκές και μαύρες.
κι ασπάλαθοι.




δεν στάθηκα στις ομιλίες.

πήρα το δρομί κι έφυγα. πώς αμολάς ένα κατσίκι στη βοσκή, έτσι ...

ήθελα να δω απ' τον τόπο ό, τι πιό πολύ γίνεται να δει κανείς μέσα σε λίγες ώρες.

βάδισα περίπου στα τέσσερα χιλιόμετρα. κι άλλα τόσα να γυρίσω πίσω.

ήλιος ...

το πρόσωπό μου έχει πάρει ένα χρώμα, κάτι σα φούξια ...




άγγιξα ό, τι μπορούσα να αγγίξω.

μάζεψα μικρές πέτρες και καρφιά σκουριασμένα.
κάθισα στο χώμα να ξεκουραστώ.




δεν ξέρω γιατί - δεν εξηγούνται όλα, είχα δυό μουσικές μέσα μου - και βέβαια τον Ρίτσο.

.



.




Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Eίμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα
.



Ναζίμ Χικμέτ

.


και αυτό :


.


.


When you sing I'm singing with you liberty
When you cry I cry with you in sorrow
When you suffer I'm praying for you liberty
For your struggles will bring us a new tomorrow
Days of sad darkness and fear must one day crumble
For the force of your kindness and love make them tremble
When you sing I'm singing with you liberty
In the void of your absence I keep searching for you

Who are you dream illusion or just reality
Faith ideal desire revolution
I believe you're the symbol of our humanity
Lighting up the world for eternity

I can see why men die to defend you
Try to guard to protect and attend you
When you sing I'm singing with you liberty
With your tears or your joys I love you
Let us sing and rejoice make our own history
Songs of hope with one voice guide us to victory
Liberty, liberty

.

.

.

.

.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

.
φυσικά ξέρω πως το έχω αναρτήσει ξανά !
απλά, μου αρέσει τόσο πολύ, επί τόσα πολλά χρόνια,
που δικαιούμαι, λέω, να το δημοσιεύσω απόψε,
διαβάζοντάς το πάλι ...

. .

Γιάννης Ρίτσος
.
.
Εαρινη Συμφωνια
.
Αγάπη, αγάπη, δε μού 'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.
.
Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.
Τι ν' απαντήσω, αγάπη;
.
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του "αδέσμευτου".
Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
"Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα".
.
Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.
Τις νύχτες του έαρος που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά 'ρθεις, αγάπη.
.
Γι' αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, αγάπη.
Όταν περιπλανιόμουν στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.
.
Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.
.
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.
.
Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.
.
.
.
* Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
.
.

* Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου
.
.
* Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα
.
.
* ... που δε με συλλογίστηκες, αγάπη
.
.
* Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα
.
.
* μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
.
.
.

.
.
.
.
.
όλο το απόγευμα
έβλεπα απ' το τζάμι να πέφτει πυκνό χιονόνερο...
γερή παγωνιά...
.
όμορφος που είναι ο χειμώνας !
.
.
.
.
.



Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

.
Γιάννης Ρίτσος
.
.
Εαρινη Συμφωνια
.
Αγάπη, αγάπη, δε μού 'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.
.
Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.
Τι ν' απαντήσω, αγάπη;
.
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του "αδέσμευτου".
Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
"Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα".
.
Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.
Τις νύχτες του έαρος που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά 'ρθεις, αγάπη.
.
Γι' αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, αγάπη.
Όταν περιπλανιόμουν στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.
.
Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.
.
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.
.
Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.
.
.
.
.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

.
Γιάννης Ρίτσος
.
- Τὰ ἐρωτικά

.
Συλλογὴ «Τὰ Ἐρωτικά», 1981, ἐκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ»
.
Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον
.

Γυμνὸ σῶμα.
.
Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον
.
ΙΙΙ.
.
Τὸ σῶμα -λέει- στὴ γενική : τοῦ σώματος
καὶ γενικὰ τὸ σῶμα
ἄλλη λέξη πυκνότερη δὲν ἔχω
παίρνω τὴ νάϋλον σακούλα
μπαίνω στὰ λαϊκὰ ἑστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
γιὰ τὶς ἄγριες γάτες τῆς γειτονιᾶς
στὰ διαλείματα -λέει- κουβεντιάζω μὲ τοὺς μουσικοὺς
στὰ σκοτεινὰ παρασκήνια
-τί ἀπέραντη ἀπόσταση διανύω
ἀπ᾿ τὸ σῶμα σου
ἕως τὸ σῶμα σου.
.

Ἀθήνα 19.11.80
.
.
.
.
.