Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jacques prévert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jacques prévert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

.
"Εγώ κοιτώ εσένα
κι εσύ μιλάς αλλού
Θα πέσω καμιάν ώρα
στο κύμα του γιαλού"
.
.
.
πάει κι αυτή η μέρα, απ' το Δευτερότριτοτέταρτό μου...
τελείωσε.
.
.
στο μεταξύ, εργάζομαι μη συνχνωτιζόμενη, μοναχικά, κινούμαι σε σκληρές συνθήκες πρωταθλητισμού, και θαρρώ ίσως κινδυνεύω σοβαρά μην καν και δεν τερματίσω...
κοντός ψαλμός, αλληλούϊα, θα δούμε...
αν αποτύχω, πάει να πει δεν είμ' εγώ γι αυτά, πήραμε τη ζωή μας λάθος και θ' αλλάξουμε ζωή...
και τι άλλη ζωή να ξέρει να κουμαντάρει ένας μικρός στρατιώτης ;
ίσως καμία ...
τέλος πάντων, μη σε ζαλίζω κι εσένα, mikremoumozart, αφού εγώ μιλώ σ' εσένα κι εσύ μιλάς αλλού, έπαψα εγώ πιά να μιλάω... τι άλλο να κάμω ;
θυμάσαι άραγε εκείνο το ποίημα του Prévert ?

.
pour faire le portrait d' un oiseau
.
.
Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε κατόπιν κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ έναν κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
.
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι...
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να κάνει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ‘χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
.
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πόρτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
.
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.
.
.
.

.

τι πιό πολύ σ' αρέσει σ' αυτό, mikremoumozart ?
θέλεις να σου πω, εμένα ;
.
αυτό μου αρέσει :

"Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
.

κρατείστε απόλυτη σιωπή !
.
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
.
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού "
.

αυτό είναι...
σε ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ !
δεν θα μπορούσε να ήταν κι αλλιώς !
συνθήκες σεβαστικής - απόλυτης ελευθερίας.
.

αν τ' αγαπάτε αληθινά το πουλί, σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
.
έτσι λοιπόν,
σβήνω ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξω μήτε ένα φτερό του πουλιού.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010



Jacques Prévert
.
.
.
.
.
.
.
.
και το περίφημο αντιπολεμικό ποίημα - τραγούδι,
που με τρόπο τόσο απλό, μιλάει για τον παραλογισμό και την τρέλα του πολέμου...
.
.
.
Barbara:
:

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε διαρκώς στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες γελαστή
Όμορφη, μαγεμένη, μουσκεμένη
Κάτω απ' τη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη
Και σ' είχα στην οδό Σιάμ συναπαντήσει

Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσύ, πού δε σε γνώριζα
Εσύ, πού δε με γνώριζες
Θυμήσου
Θυμήσου ωστόσο εκείνη την ήμερα
Μη λησμονείς
Σ' ενός σπιτιού την είσοδο στεκόταν ένας άντρας
Και τ' όνομά σου φώναξε
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς εκείνον κάτω απ' τη βροχή
Όμορφη, μαγεμένη, μουσκεμένη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Αυτό θυμήσου Μπαρμπαρά
Κι αν σου μιλώ στον ενικό μη με παρεξηγείς
Σ' όλους εκείνους πού αγαπώ μιλώ στον ενικό
Ακόμη κι αν τους έχω δει μονάχα μια φορά
Μιλώ στον ενικό σ' όλους εκείνους πού αγαπιούνται
Ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μη λησμονείς
Εκείνη τη βροχή τη φρόνιμη κι ευτυχισμένη
Στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Και στην ευτυχισμένη πόλη
Εκείνη τη βροχή πέρα στη θάλασσα
Στο Ναύσταθμο
Και στο καράβι για το απέναντι νησάκι
Ω, Μπαρμπαρά
Τι μαλακία ο πόλεμος !
Τι να 'χεις απογίνει τώρα εσύ
Μες στη βροχή από σίδερο φωτιά κι ατσάλι κι αίμα
Κι εκείνος πού με αγάπη σ' έσφιγγε στην αγκαλιά του
Να πέθανε, να χάθηκε, να ζει, ποιος ξέρει ακόμη
Ω, Μπαρμπαρά

Στη Βρέστη βρέχει αδιάκοπα καθώς έβρεχε πρώτα
Όμως δεν είναι το ίδιο πια και ρημαχτήκαν όλα
Φριχτή κι απαρηγόρητη βροχή από πένθος πέφτει
Δεν είναι τώρα η καταιγίδα από
Σίδερο ατσάλι κι αίμα
Μονάχα είναι από σύγνεφα
Σύγνεφα που πεθαίνουν σαν σκυλιά
Σκυλιά πού εξαφανίζονται
Μέσα στο ρεύμα του νερού στη Βρέστη
Και πάνε να σαπίσουνε μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ' τη Βρέστη
Πού τίποτε, μα τίποτε απ' αυτήν, δεν απομένει.



.
.
.

Rappelle-toi Barbara
Il pleuvait sans cesse sur Brest ce jour-là
Et tu marchais souriante
Epanouie ravie ruisselante
Sous la pluie
Rappelle-toi Barbara
Il pleuvait sans cesse sur Brest
Et je t'ai croisée rue de Siam
Tu souriais
Et moi je souriais de même
Rappelle toi Barbara
Toi que je ne connaissais pas
Toi qui ne me connaissais pas
Rappelle-toi
Rappelle-toi quand même ce jour-là
N'oublie pas
Un homme sous un porche s'abritait
Et il a crié ton nom Barbara
Et tu as couru vers lui sous la pluie
Ruisselante ravie épanouie
Et tu t'es jetée dans ses bras
Rappelle-toi cela Barbara
Et ne m'en veux pas si je te tutoie
Je dis tu à tous ceux que j'aime
Même si je ne les ai vus qu'une seule fois
Je dis tu à tous ceux qui s'aiment
Même si je ne les connais pas
Rappelle-toi Barbara
N'oublie pas
Cette pluie sage et heureuse
Sur ton visage heureux
Sur cette ville heureuse
Cette pluie sur la mer
Sur l'arsenal
Sur le bateau d'Ouessant
Oh Barbara
Quelle connerie la guerre
Qu'es-tu devenue maintenant
Sous cette pluie de fer
De feu d'acier de sang
Et celui qui te serrait dans ses bras
Amoureusement est-il mort disparu ou bien encore vivant
Oh Barbara
Il pleut sans cesse sur Brest
Comme il pleuvait avant
Mais ce n'est plus pareil et tout est abîmé
C'est une pluie de deuil terrible et désolée
Ce n'est même plus l'orage
De fer d'acier de sang
Tout simplement des nuages
Qui crèvent comme des chiens
Des chiens qui disparaissent
Au fil de l'eau sur Brest
Et vont pourrir au loin
Au loin très loin de Brest
Dont il ne reste rien.
.
.
.
.
.
.
.

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

..

jACQUES

PRéVERt

:
à la pêche


à la baleine
.
.
.
φωτό της Foteinis
.
.
.
Αναρτήθηκε από foteini στις 4:36 π.μ. .
.
ΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ
.
.
Στο ψάρεμα της φάλαινας, στο ψάρεμα της φάλαινας
Έλεγε ο πατέρας με φωνή οργισμένη
Στο γιό του Προσπέρ, ξαπλωμένο κάτω από τη ντουλάπα
Στο ψάρεμα της φάλαινας, στο ψάρεμα της φάλαινας
Δε θες να πας !
.
Και γιατί λοιπόν ;
Και γιατί λοιπόν, θα πήγαινα να ψαρέψω ένα ζώο
Που δε μου έκανε τίποτε, μπαμπά,
Πήγαινε ψα, πήγαινε ψα, πήγαινε ψάρεψέ τη, εσύ ο ίδιος
Μιά κι αυτό σ’ ευχαριστεί,
Μ’ αρέσει καλύτερα να μείνω σπίτι με την καημένη τη μητέρα μου
Και τον εξάδελφο Γκαστόν.

Έφυγε μόνος λοιπόν ο πατέρας στο φαλαινοθηρικό του
Πάνω στην ταραγμένη θάλασσα…
Να, πάνω στη θάλασσα ο πατέρας
Να, μες στο σπίτι ο γιός
Να, η φάλαινα θυμωμένη
Και να ο εξάδελφος Γκαστόν, που αναποδογυρίζει τη σουπιέρα
Τη σουπιέρα με το ζωμό.
Η θάλασσα ήταν φριχτή
Η σούπα ήταν καλή
Και να, πάνω στην καρέκλα του ο Προσπέρ απαρηγόρητος :
Στο ψάρεμα της φάλαινας δεν πήγα
Και γιατί λοιπόν, δεν πήγα ;
Ίσως να την πιάναμε
Τότε θα μπορούσα να φάω
.
Μα να η πόρτα που ανοίγει, και στάζοντας νερά
Εμφανίζεται ο πατέρας ξεψυχισμένος
Κρατώντας τη φάλαινα στη ράχη του
Ρίχνει το ζώο πάνω στο τραπέζι, μια όμορφη φάλαινα με γαλάζια μάτια
Ένα ζώο τέτοιο, που δε συναντάει κανείς συχνά
Και λέει με φωνή αξιοθρήνητη :
Βιαστείτε να την κομματιάσετε,
Πεινάω, διψάω, θέλω να φάω.
Μα να ο Προσπέρ που σηκώνεται
Κοιτώντας τον πατέρα του στο άσπρο των ματιών,
Στο άσπρο των γαλάζιων ματιών του πατέρα του,
Γαλάζιων, σαν κι αυτά της φάλαινας, με τα γαλάζια μάτια :
Και γιατί λοιπόν θα κομμάτιαζα ένα φουκαριάρικο ζώο, που δεν μου έκανε τίποτα ;
Ας είναι, παραιτούμαι από το μερτικό μου,
Και πετάει χάμω το μαχαίρι
Μα η φάλαινα το αρπάζει, κι ορμώντας πάνω στον πατέρα
Τον κάνει κομματάκια.
Α, α, λέει ο εξάδερφος Γκαστόν,
Μου θυμίζει το κυνήγι, το κυνήγι της πεταλούδας
Και να,
Να ο Προσπέρ, που ετοιμάζει αγγελτήρια θανάτου,
Η μητέρα που βάζει μαύρα για το δύστυχο άντρα της
Κι η φάλαινα, έτοιμη να δακρύσει, κοιτώντας την αφανισμένη οικογένεια
Ξάφνου αναφωνεί :
Και γιατί λοιπόν, σκότωσα αυτόν τον κακομοίρη ανόητο
Τώρα οι άλλοι θα με πάρουν από πίσω με το σκυλοπνίχτη
Κι ύστερα θα ξεκάνουν όλη τη μικρή μου φαμίλια
Μετά, ξεσπώντας σ’ ένα σαρδώνιο γέλιο
Κατευθύνεται προς την πόρτα και λέει
Στην χήρα, περνώντας :
Κυρία μου, άμα έρθει κανείς να με ζητήσει
Αν έχετε την καλοσύνη απαντείστε :
Η φάλαινα βγήκε.
Καθείστε
Περιμένετε
Σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, χωρίς αμφιβολία θα γυρίσει...


Συλλογή Paroles
.
Μετάφραση Μιχάλη Μεϊμάρη
.
.
.
.
.
.
κι ακόμα ,
σε μουσική Ottorino Respighi
.
.
.
.
.
.
.

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

.

Jacques Prevert
.


.


.


ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ



Δαιμόνια και θαύματα


Άνεμοι και παλίρροιες


Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά


Κι εσύ


Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο


Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι


Δαιμόνια και θαύματα


Άνεμοι και παλίρροιες


Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά


Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια


Έμειναν δυο μικρά κύματα


Δαιμόνια και θαύματα


Άνεμοι και παλίρροιες


Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν


.






.




.

La Peche à la baleine

.

A la pêche à la baleine, à la pêche à la baleine,

Disait le père d’une voix courroucée

A son fils Prosper, sous l’armoire allongé,

A la pêche à la baleine, à la pêche à la baleine,

Tu ne veux pas aller,

Et pourquoi donc?

Et pourquoi donc que j’irais pêcher une bête

Qui ne m’a rien fait, papa,

Va la pépé, va la pêcher toi-même,

Puisque ça te plaît,

J’aime mieux rester à la maison avec ma pauvre mère

Et le cousin Gaston

.

Alors dans sa baleinière le père tout seul s’en est allé

Sur la mer démontée...

Voilà le père sur la mer,

Voilà le fils à la maison,

Voilà la baleine en colère,

Et voilà le cousin Gaston qui renverse la soupière,

La soupière au bouillon.

La mer était mauvaise,

La soupe était bonne.

Et voilà sur sa chaise Prosper qui se désole:

A la pêche à la baleine, je ne suis pas allé,

Et pourquoi donc que j’y ai pas été?

Peut-être qu’on l’aurait attrapée,

Alors j’aurais pu en manger.

Mais voilà la porte qui s’ouvre, et ruisselant d’eau

Le père apparaît hors d’haleine,

Tenant la baleine sur son dos.

Il jette l’animal sur la table, une belle baleine aux yeux bleus,

Une bête comme on en voit peu,

Et dit d’une voix lamentable :

Dépêchez-vous de la dépecer,

J’ai faim, j’ai soif, je veux manger

.

Mais voilà Prosper qui se lève,

Regardant son père dans le blanc des yeux,

Dans le blanc des yeux bleus de son père,

Bleus comme ceux de la baleine aux yeux bleus :

Et pourquoi donc je dépècerais une pauvre bête qui m’a rien fait?

Tant pis, j’abandonne ma part.

Puis il jette le couteau par terre,

Mais la baleine s’en empare, et se précipitant sur le père

Elle le transperce de père en part

.

Ah, ah, dit le cousin Gaston,

On me rappelle la chasse, la chasse aux papillons.

Et voilà

Voilà Prosper qui prépare les faire-part,

La mère qui prend le deuil de son pauvre mari

Et la baleine, la larme à l’œil contemplant le foyer détruit.

Soudain elle s’écrie :

Et pourquoi donc j’ai tué ce pauvre imbécile,

Maintenant les autres vont me pourchasser en moto- godille

Et puis ils vont exterminer toute ma petite famille.

Alors, éclatant d’un rire inquiétant,

Elle se dirige vers la porte et dit

A la veuve en passant :

Madame, si quelqu’un vient me demander,

Soyez aimable et répondez :

La baleine est sortie,

Asseyez-vous,

Attendez là,

Dans une quinzaine d’années, sans doute elle reviendra…

.

.

Jacques Prévert,

Paroles,

Éditions Gallimard, 1949, p. 20-22

..

.

..

Εδώ ακούμε τους Frères Jacques να τραγουδούν
«La Pèche à la baleine»*

.


.

* αν δεν το βρω στο διαδίκτυο μεταφρασμένο, αυτό το υπέροχο ποίημα

"ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ"

θα το γράψω εγώ, μόλις μπορέσω.

.

.

.

.

.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

.
.

le diamant
.

Paul Grimault / Jacques Prévert
.

.

.
.
.
.
.
.
.
.
.

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

.

.
.
.
.
.
Déjeuner du matin
.
(Jacques Prévert )
.
.
Il a mis le café
Dans la tasse
Il a mis le lait
Dans la tasse de café
Il a mis le sucre
Dans le café au lait
Avec la petite cuiller
Il a tourné
Il a bu le café au lait
Et il a reposé la tasse
Sans me parler
Il a allumé
Une cigarette
Il a fait des ronds
Avec la fumée
Il a mis les cendres
Dans le cendrier
Sans me parler
Sans me regarder
Il s’est levé
Il a mis
Son chapeau sur sa tête
Il a mis
Son manteau de pluie
Parce qu’il pleuvait
Et il est parti
Sous la pluie
Sans une parole
Sans me regarder
Et moi j’ai pris
Ma tête dans ma main
Et j’ai pleuré
.
.
.
.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

..
τόσο αληθινός
τόσο όμορφος
τόσο ευτυχισμένος
τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας τη νύχτα
.
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί

.
.
Jacques Prevert
.
.
.
.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

.

Bretagne - Brest
.
.










.
.
.
.
.