Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012


ώρα 05.30 πρωϊνή.

σηκώθηκα και στρώθηκα στο γραφείο.
η επίπλωση σ' αυτό το δωμάτιο είναι όλη κι όλη ένα μεγαλούτσικο κρεββάτι με το κομοδίνο του, ένα γραφείο με την καρέκλα του κι ένας πίνακας ζωγραφικής ακουμπισμένος πάνω στο καλοριφέρ - νεκρή φύση του Cezanne, αυτές που μ' αρέσουν.
Ο πίνακας είναι ένα καλάθι με μήλα κι αχλάδια τοποθετημένα ανάλαφρα πάνω σε πετσέτα, ένα τραπεζομάντηλο επιμελώς ριγμένο στο τραπέζι, με φρούτα κι αυτό επάνω, ένα μικρό τσαγερό από πορσελάνη, μιά ίδια ζαχαριέρα κι ακόμα ένα μεγάλο πήλινο σκεύος.
Τα μήλα και τ΄αχλάδια έχουν το χρώμα του πράσινου ξυνόμηλου κι ακόμα πορτοκαλί και κίτρινο, τα υφάσματα είναι σε σπασμένο λευκό - grisatre, τα πορσελάνινα σκεύη κι αυτά σε σπασμένο λευκό, μα με μικρά, διακριτικά ζωγραφισμένα μπλε λουλουδάκια πάνω.
Πάντα μου αρέσει το λεπτό μπλε πάνω στην λευκή πορσελάνη. Το συσχετίζω κάπως με το σχέδιο vieux Luxembourg - η γοητεία του παλιού, λεπτεπίλεπτου μπλε.

Γιά να επανέλθω στον χώρο, λέω πως το μεγαλύτερο χάρισμα αυτού εδώ του απλού δωματίου, είναι το παράθυρό του. Υπάρχει ένα μεγάλο παράθυρο μπροστά στο γραφείο, απ' όπου βλέπεις ουρανό και το φεγγάρι τη νύχτα, δέντρα μπροστά σου με κιτρινισμένα φύλλα, έναν αρκετά φαρδύ δρόμο και στην απέναντι πλευρά του δρόμου πολυκατοικίες.
Το βράδυ δεν κλείνω τα πατζούρια. Έτσι, όλη τη νύχτα έχω τα φώτα του δρόμου μες στο δωμάτιο, κιτρινωπά, να χύνονται γλυκά, φιλτραρισμένα από την ομίχλη, που υπάρχει παντού.
Από παιδί μισώ το σκοτάδι και το φοβάμαι. Έτσι, είναι σαν ένα δώρο αυτή η νυχτερινή φωτοχυσία μες στο δωμάτιο.
Παρακολουθώ πώς αναβοσβύνουν τα φώτα στα απέναντι παράθυρα. Τι ώρα σβύνουν, τι ώρα ανάβουν.
Υπάρχει κι ένα παράθυρο, πιό ψηλά από μένα, που βλέπω πως έχει το δικό μου ωράριο.
Το βράδυ, το φως σβήνει πολύ αργά, το πρωί ανάβει πολύ νωρίς.
Τώρα που γράφω, ώρα πέντε και μισή, βλέπω και το απέναντι φως αναμμένο.
Σύννεφα σκεπάζουν το φεγγάρι.
Ένας ανεπαίσθητος αέρας κουνάει ελαφρά τα κίτρινα φύλλα - όσα δεν έχουν ακόμα πέσει απ' τα δέντρα.
Πού και πού, ακούω απ' έξω κάποιο πρωϊνό αυτοκίνητο.
Η ομίχλη πυκνώνει.
Γυαλίζει μουσκεμένη η άσφαλτος.












1 σχόλιο:

genna είπε...

Nα περνάς όμορφα, στα όμορφα, ακούς;

σε φιλώ