Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Seferis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Seferis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
20/6 - 20/10/2019



ΠΙΚΑΣΣΟ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

ΘΕΪΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ



photos
foteini



ε λοιπόν, 
αυτοί οι "δύο γέροι στην ακροθαλασσιά" του Πικάσο,
εμένα συνειρμικά με πήγαν σε κάτι άλλο χιλιο λατρεμένο :


Στον ένα γέροντα στην ακροποταμιά !



Γιώργος Σεφέρης

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο



Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς
βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα
ποὺ δὲν εἶναι ποτὲς του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.


Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε
γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες,
τὸ   
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
καὶ γιὰ τὰ μεγάλα

ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε
ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42









Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

photos
foteini

Γεράνεια όρη

...κι οι γερανοί, που με τις φωνές τους, στον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, οδήγησαν σε αυτά τον Μέγαρο γιά να σωθεί (!)

Μόνο κατ' όνομα γνώριζα τα Γεράνεια όρη, κι αυτό απ' το σχολείο...

Μαγεύτηκα χτες και σήμερα...
Δάσος ατελείωτο... πυκνά πεύκα, δρύς, Κεφαλλονίτικα έλατα, σχίνα, πουρνάρια, στις κορφούλες πλατώματα ηλιόλουστα με αμπέλια κι ελιές

Σαρωνικός, Κορινθιακός, οι Αλκυονίδες νήσοι απέναντι.





Ξυλόφουρνοι...







αχ, Ελλάδα !
πάντα εδώ επιστρέφουμε :



à la manière de"...


Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου"·
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Oμονοίας"
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν "σωσίτριχα" φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.

Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
Καλοκαίρι 1936

Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος





μπάνιο 25ο





Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Στο βιβλίο του Mark Mazower


"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 
ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430 - 1950"


εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ


Διαβάζω στην εισαγωγή ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ
"Αόρατες Πόλεις" 
(ένα αληθινά όμορφο, ευχάριστο βιβλίο, που διάβασα πριν μερικά χρόνια, και που φυσικά... δεν το θυμάμαι !) 


"Καλά θα κάνετε να μην τους πείτε ότι μερικές φορές διαφορετικές πόλεις διαδέχονται η μία την άλλη στον ίδιο χώρο και με το ίδιο όνομα, ότι γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσει η μία την άλλη, χωρίς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. 
Μερικές μάλιστα φορές ακόμα και τα ονόματα των κατοίκων παραμένουν ίδια, ακόμα και η προφορά των λέξεων, ακόμα και οι γραμμές των προσώπων* τους. Αλλά οι θεοί που κατοικούν πίσω από τα ονόματα και πάνω από τους τόπους έφυγαν χωρίς να πούν τίποτα, και στη θέση τους κούρνιασαν ξένοι θεοί." 
ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, Αόρατες Πόλεις

Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει ενδιαφέρον, γιατί θαρρώ παραπέμπει 




* κι ίσως εδώ :

"Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνάρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς
τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουνἡ κίνηση τοῦ προσώπου, τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς εκείνων..."


Γ. Σεφέρης







Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

μπάνιο numéro 22

όπου έπεσα. 
όχι μέσα στη θάλασσα, χαμαί. μπούμ. πάνω σε βράχια που γλύστραγαν.
πρησμένο γόνατο, μπανταρισμένο κι αξιοθρήνητο.
κωλώνουν όμως τ' αλάνια ? απογευματινό, γερό βάδισμα μέσα στην πόλη...

Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης μαρτύρων σήμερα, 


όπως κάθε τέτοια μέρα, προσκύνημα στον ναό του Μερόπειου, 

κι έπειτα πορεία, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ανάβαση στ' Αναφιώτικα, περιδιάβαση στην Πλάκα, Ρωμαϊκή Αγορά, Αδριανού πάνω, Αδριανού κάτω, Μοναστηράκι, Métropolitain.
ε, γιά χτυπημένο γόνατο καλά είναι...

απλά, βαδίζοντας στο κέντρο και κατεβαίνοντας βραδάκι στο μετρό, ένιωσα ασφυξία από το τόσο πλήθος...

τόσος κόσμος, πού μπαίνει βράδυ μέσα στην πόλη ;
μιλλιούνια...



Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε

πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;

O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο

μήπως «έρχεται εξ Oμονοίας»

«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν' ευχαριστημένος

«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει

δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς

…………………………………………………………………………


Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·



αγαπημένε μου Γιώργο Σεφέρη,
χαίρε !



Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

"... η ζωή μου έγινε έτσι όπως έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυό παράλληλους δρόμους 
- ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, 
κι έναν άλλο , 
όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση , ελεύθερο, το βαθύτερο Εγώ μου-, 
γιατί γνώρισε και έζησε δυό κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά..."

Γιώργος Σεφέρης έγραψε !
Oh, Dieu !





Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Σεφέρης
γιαΝάπα, Α
……..

Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα
συντυχαίνοντας ἀνθρώπους μὲ τέλειες πανοπλίες...
παράξενο, δὲν πρόσεχα πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.

Εἴταν τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν,
τ κριάρι πο σφαζα κι στρωνα στ πόδια τους...













Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Το ωραίο, ιστορικό Ναύπλιο !


photos
foteini


- Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη της πόλης από τα μυκηναϊκά κιόλας χρόνια

- 1686, το Ναύπλιο ορίζεται πρωτεύουσα του βασιλείου του Μορέως. 

- Πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο 1828 - 1833. 



απ' το μπαλκόνι της Βιβής






















το Παλαμήδι





το πέρασμα γιά την "αρβανιτιά..."

*
Το 1779, ο χασάν Πασάς, στα πλαίσια της εξόντωσης των Αρβανιτών 
που λεηλατούσαν την Πελοπόννησο, κατόρθωσε να τους κατακρημνίσει 
από το Παλαμήδι και από τότε η ακτή αυτή ονομάζεται "Αρβανιτιά".









"Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ"

Γ. Σεφέρη

"ο βασιλιάς της Ασίνης"










Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, 
η πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου 
έλαβε χώρα από τις 4-10 Απριλίου 1821, 
δια ξηράς και θαλάσσης με επικεφαλής την Μπουμπουλίνα. 






τα ρόπτρα που αγαπώ




















λάδι σε καμβά, Δ. Τσόκου

"η δολοφονία του Καποδίστρια"

μουσείο Μπενάκη



ο ιστορικός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα






"Καθώς ο Καποδίστριας ανηφόριζε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα, οι δυό Μαυρομιχαλαίοι, ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος, ακούστηκαν πίσω του...
Οι Μαυρομιχαλαίοι προσπέρασαν τον Κυβερνήτη καλημερίζοντάς τον και στάθηκαν δεξιά κι αριστερά από την πόρτα της εκκλησίας.

Όταν ο αντίπαλός σου είναι αποφασισμένος να μεταχειριστεί όλα τα μέσα, χωρίς να εξαιρεί κανένα απολύτως, εσύ τι κάνεις ;

Ο Καποδίστριας είδε την περίεργη αυτή κίνηση.
Δεν κατάλαβε τον σκοπό της κι έτσι προχώρησε ;
Τον κατάλαβε αλλά, έχοντας δείξει πάντα μεγάλο προσωπικό θάρρος , προχώρησε;
Οπωσδήποτε συνέχισε τον δρόμο του. Θα ήταν εξ άλλου πάρα πολύ κουρασμένος πιά.

Στο κατώφλι της εκκλησίας 
ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης του βύθισε το μαχαίρι του στην κοιλιά ενώ 
ο Κωνσταντίνος τον άρπαζε με το αριστερό από τον σβέρκο και τον πυροβολούσε στο κεφάλι."

από το βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη 
"1821 - η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε"






κι ακόμα εδώ,
το πρώτο φαρμακείο !

















Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Γιώργος Σεφέρης


Ο βασιλιάς της Ασίνης

Lord of Asine

12ος αι. π.Χ, 
αρχαιολ. μουσείο Ναυπλίου



σίνην τε 
ΙΛΙΑΔΑ
(στίχοι 559 – 560:

"Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν,  
Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κόλπον εχούσας…")


Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγονιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.


Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
"Ἀσίνην τεἈσίνην τε…"


καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.


Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.


Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνάρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς
τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς

ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό
.

σπιδοφόρος λιος νέβαινε πολεμώντας

κι π τ βάθος τς σπηλις μία νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στ φς σν τ σαΐτα πάνω στ σκουτάρι:

"Ἀσίνην τε σίνην τε…" 

Ν ταν ατ βασιλις τς σίνης

πο τν γυρεύουμε τόσο προσεχτικ σ τούτη τν κρόπολη

γγίζοντας κάποτε μ τ δάχτυλά μας τν φή του πάνω στς πέτρες







*
Στό αρχείο Σεφέρη βρέθηκαν έξι ”σχεδιάσματα ” του “βασιλιά της Ασίνης”
-Ημερολόγιο Καταστρώματος Α-, πού γράφτηκαν μεταξύ 1938 και 1940.

εδώ,
το “σχεδίασμα πρώτο”

Ο Βασιλιάς της Ασίνης

Οι ραψωδοί δεν ήρθαν ως εδώ οι τραγικοί με ξέχασαν κι έπειτα
ήταν αργά για τα βουκολικά και τα ειδύλλια.
Οι άνθρωποι της Σίβυλλας με σμαραγδένια μάτια
με πηγαδίσια φωνή και με κόκκινα προσωπεία
προτίμησαν τους γειτονές μου: τίς Μυκήνες ,το Αργος
άνομες γυναίκες,βασιλιάδες φονικούς,κληρονομώντας το αίμα
σαν κόκκινη κλωστή πού δεν μπορεί να σπάσει.
Οι πέτρες μου – εξω από τον καιρό,κι ο γιαλός μου
ο μακρύς γιαλός μου βράδυ κι αυγή μονότονος
με τον άφθαρτο κυματισμό των κυμάτων-
εξω από τον καιρό - έξω από τον ρυθμό σωμάτων
τυφλών: ιστορίες της Κλυταιμνήστρας η του Θυέστη,
σάρκες κουρασμένες, σκοτωμένη η ζωή
μ άυτήν εζήσαν κι οι ψυχές κατέβηκαν στον Αδη
τσιρίζοντας λιγνά σπασμένα ,σα νυχτερίδες
κι η δικαιοσύνη γεννούσε την αδικία, στόν αιώνα.
Πήρα τον άλλο δρόμο τον απάνθρωπο.
Αρνήθηκα τα θυμωμένα χέρια,τα χείλια τα υγρά,τα δάκρυα
και τη λύσσα της ύπαρξης με σώματα παράφορα
τη φρίκη του ήλιου όταν πεθαίνει το παλικάρι
τη φρίκη της νύχτας σαν η γυναίκα γεννά
άπλωσα την ψυχή μου σ ένα μεγάλο κύκλο αδειανό
δεν ένιωθα τίς πέτρες, ηξερα πώς εκείνες με νιώθουν
δεν έβλεπα τ άστέρια,ήξερα πώς εκείνα με βλέπουν
κι η θάλασσα σκιρτούσε γύρω στη σάρκα μου.
Ημουνα το κενό πού εχτρεύεται η φύση
και πονέσαν άνθρωποι πολλοί εξαιτίας μου.
Σα δε γυρεύεις τίποτε γίνεσαι παράξενα σκληρός.
Ωστόσο μια φορά...

photos
foteini

πυξίδα
Ασίνη, ακρόπολη
730-690 π.Χ.