Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα makronisos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα makronisos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

.
ο Ντίκ !
.
.


.
.
.
.

Φεγγάρι
.

Δεν είναι τίποτα κοιμήσου
Μεθαύριο θα σου φέρω μια βρύση στα χέρια μου
Θα σου φέρω ένα ποτάμι μεθαύριο
Κοιμήσου

Δεν είναι το καράβι
Είναι ο άνεμος
Ο διάδρομος με τα πλακάκια
Μισά μαύρα μισά κίτρινα
Κοιμήσου

Είναι μια φλέβα στον καρπό του χεριού
Παραμέσα είναι ο σφυγμός
Και το σχοινί που αντιστέκεται στον άνεμο
Δεν κόβονται ετούτα τα σχοινιά
Παράτα τον σουγιά σου
Πήγαινε στ’άρρωστα παιδιά
Να πουλήσεις ασημένια σταυρουλάκια
Μέσα σε τούτα τα χοντρά παπούτσια
Είναι πολύ λιγνά τα ποδάρια σου
Δεν μπορούνε να σύρουν τα ποδάρια σου
Ετούτα τα χοντρά παπούτσια των συντρόφων

Σκύψε και μέτρησέ τα
Να λογαριάσεις τον δρόμο που περπάτησαν
Το δρόμο που θα περπατήσουν
Το δρόμο που δεν έχει τέλος

Ετούτα τ’άρβυλα τα μπαλωμένα

Τα χοντροκαμωμένα
Δεν είναι για τα πόδια σου φεγγάρι
Ετούτα τ’άρβυλα περπάτησαν τον πόνο
Περπάτησαν το θάνατο
μπάρμπα φεγγάρι το θάνατο δίχως να σκοντάψουν

.
.
Γιάννης Ρίτσος
Καντάτα γιά τη Μακρόνησο
.
.
.
.
.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

.

Signature
Foteini

Στην ξύλινη καλύβα με κρατικό αριθμό πιστοποίησης 143, οι γυναίκες έβαλαν νερό σ’ έναν γκαζοντενεκέ, κι έπλυναν μέσα ένα γυμνό, όρθιο αγόρι.
Άλλες γυναίκες πλάϊ, πλένουν ένα παιδί μες σε ένα στρογγυλό, γανωμένο ταψί.
Άνθρωποι κατάχαμα στα λιμάνια , στις πλατείες άνθρωποι κατάχαμα, σκοινιά με απλωμένες μπουγάδες στο δημοτικό θέατρο της Αθήνας, λευκά κοπανέλια και guipure φραντσέζικα. Βαμβακερά λευκά  ανεμίζουν ανάμεσα στις δωρικές κολόνες του ναού του Ήφαιστου.
Μπακιρένιες καζάνες ανάφτουν για τα συσσίτια, στην Καισαριανή μια μάνα έδεσε την ποδιά της κούνια να νανουρίζει το βρέφος, στην Κοκκινιά η κυρία Αλεξάνδρα, βαδίζοντας ασταμάτητα, μήνες εννιά , έφερε τον μικρό Κώστα αγκαλιά. Τον πατέρα του τον έσφαξαν. Στην καταστροφή.
Insequitur clamorque virum stridorque rudentum. 
Αρμεναίοι, Έλληνες, Εβραίοι, Ευρωπαίοι, έμποροι, κτηματίες, επιχειρηματίες.
Les Bourgeois, της δυτικής ακτής της Ανατολίας.
Πόντιοι, Καππαδόκες.
Ανατολική Θράκη – Δυτική Θράκη.
Μυτιλήνη – Αττάλεια.
Οι άνθρωποι από τον ωραίο Καύκασο ξενυχτούν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, στην αγκαλιά της Θεσσαλονίκης.
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν στα Βουρλά της Μικράς Ασίας
κι όσοι άντρες απόμειναν έφυγαν το ’22 οριστικά, σε τάγματα εργασίας.
Στη Μακρόνησο, πριν την αριστερά, μετώκισε η Τραπεζούντα του Πόντου.
Παιδιά Αρμενόπουλα, σε οικοτροφείο της Αθήνας. Κι άλλα παιδιά ορφανά , στη νήσο Σύρα.
Όμορφα πρόσωπα χωματένια,
μάτια μαύρες ελιές ,
μαλλιά σπαστά,
ίδια ο κυματισμός που κάνει τις νύχτες σαν σπάζει
η γλυκιά θάλασσα της Ιωνίας.
Μια γυναίκα είπε : ξέρω που ήταν οι ροδιές, τα γιασεμιά κι ο φούρνος του σπιτιού μας.
.
.
.
.
.
.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

.
βαδίζοντας
.
από ένα
βουνό trés long
σε μία trés long
νήσο ... .
.


"... μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο

που ακουμπήσατε ..."





.


γερή λιακάδα, Κυριακή πρωί, παλιοί και νέοι συνάδελφοι, κι άλλος κόσμος, βάλαμε πλώρη γιά το Μακρονήσι.


μήτε ξέρω πόσα χρόνια ήθελα να πάω, μάλλον από πάντα ... σήμερα ήρθε η μέρα ....


δεν θέλω να πω λόγια ...
δε φελάν τα λόγια εδώ ...


πέτρα παντού.
βάτοι, φρύγανα, αγκαθιές, αγκαθιές, αγκαθιές.
περπατάς πάνω σε μιά θάλασσα από ρίγανες και θυμάρια.
μέλισσες κι άπειρες πεταλούδες. λευκές και μαύρες.
κι ασπάλαθοι.




δεν στάθηκα στις ομιλίες.

πήρα το δρομί κι έφυγα. πώς αμολάς ένα κατσίκι στη βοσκή, έτσι ...

ήθελα να δω απ' τον τόπο ό, τι πιό πολύ γίνεται να δει κανείς μέσα σε λίγες ώρες.

βάδισα περίπου στα τέσσερα χιλιόμετρα. κι άλλα τόσα να γυρίσω πίσω.

ήλιος ...

το πρόσωπό μου έχει πάρει ένα χρώμα, κάτι σα φούξια ...




άγγιξα ό, τι μπορούσα να αγγίξω.

μάζεψα μικρές πέτρες και καρφιά σκουριασμένα.
κάθισα στο χώμα να ξεκουραστώ.




δεν ξέρω γιατί - δεν εξηγούνται όλα, είχα δυό μουσικές μέσα μου - και βέβαια τον Ρίτσο.

.



.




Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Eίμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα
.



Ναζίμ Χικμέτ

.


και αυτό :


.


.


When you sing I'm singing with you liberty
When you cry I cry with you in sorrow
When you suffer I'm praying for you liberty
For your struggles will bring us a new tomorrow
Days of sad darkness and fear must one day crumble
For the force of your kindness and love make them tremble
When you sing I'm singing with you liberty
In the void of your absence I keep searching for you

Who are you dream illusion or just reality
Faith ideal desire revolution
I believe you're the symbol of our humanity
Lighting up the world for eternity

I can see why men die to defend you
Try to guard to protect and attend you
When you sing I'm singing with you liberty
With your tears or your joys I love you
Let us sing and rejoice make our own history
Songs of hope with one voice guide us to victory
Liberty, liberty

.

.

.

.

.