Οι καλοί
βοήθεια δεν βρίσκουν κι οι θεοί είναι
ανίσχυροι κι αυτοί.
Γιατί να μην κατέχουν οι θεοί τανκς και κανόνια,
πλοία πολεμικά, αεροπλάνα, βομβαρδιστικά και όλμους,
γιά να θερίζουν τους κακούς, να προστατεύουν τους καλούς ;
Έτσι θα ταν καλύτερα γιά μας, μα και γι αυτούς.
Είχε σημάνει ο εσπερινός θυμάμαι που γέμισε ο ουρανός πουλιά. Θα φέρει η θάλασσα πουλιά κι άστρα χρυσά τ' αγέρι Καθώς στεκόσουν πλάϊ μου θυμάμαι σε πήρα και σε σήκωσα ψηλά να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά να σου φιλούν το χέρι. Κυλάν τα σύννεφα και τρέχει η φωνή μου να την ακούσεις και να 'ρθεις. αν με πίστευες λιγάκι Και μες στο κήπο αφήνω το κορμί μου κρυμμένο στα λουλούδια να το βρεις. να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά να σου φιλούν το χέρι . Σ' αναζητώ κάθε πρωί στο περιβόλι. Δίχως τη δική σου αγάπη Με τη δροσιά, με το νοτιά καίγομαι όλη. γρήγορα περνάει ο καιρός Δυό τριαντάφυλλα μαζεύω στη ποδιά μου δίχως τη δική σου αγάπη που σαν έρθεις να μυρίζουν τα μαλλιά μου Για δες τη νύχτα πως ο κήπος μας δακρύζει είναι ο κόσμος πιο μικρός καθώς ο αγέρας το τραγούδι σου σφυρίζει
. . - κυλάν τα σύννεφα και τρέχει η φωνή μου να την ακούσεις και να 'ρθεις . .
Ανάγκη να σε πάρω εγώ που έτσι σ' απαρατήσανε μονάχο κι έρμο κι ορφανό παιδάκι μου που σ' αγαπώ σε μαύρες μέρες και σκληρές μη μου ζητάς το αδύνατο
Δρόμο σε πήγα δρόμο μακρινό νυχτόημερα βαδίζοντας πείνασα και ματώθηκα κι ήταν το γάλα σου ακριβό μα να σ' αφήσω δεν μπορώ παιδάκι μου σε πόνεσα
Το ρούχο το μεταξωτό μες στο ποτάμι το 'ριξα φτωχά κουρέλια σου φορώ να σου φιλούν το χέρι πλένω σε και βαφτίζω σε με το κατάψυχρο νερό μην κλαις και μου πικραίνεσαι.
. . . Κουβάρι, κουβαράκι τί θέλεις να γενείς; Ένα χαρτί κρουστάλλι έν΄ άσπρο γιασεμί να σου φιλούν το χέρι Πριν γεννηθεί να σβήσει πριν ζήσει να χαθεί. Κουβάρι, κουβαράκι τι λες να τραγουδήσεις; Λαβωματιές κερένιες καημούς από μυρτιά. Η χαραυγή θα γιάνει τον πόνο της νυχτιάς. . Κουβάρι, κουβαράκι για ποιόν θέλεις να πεις; Γι αγαπημένο φίλο γαμπρό χωρίς μιλιά. Τους είδα ξαπλωμένους στη μαύρη λαγκαδιά. . .