Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Τα παρακάτω
διηγήθηκε η Κατερίνα.


" Έχει ξαναπεράσει προσφυγιά απ' εδώ, απ' τη Σκάλα της Συκαμιάς. Μόνο που, όταν έρχονταν από απέναντι οι πρόσφυγες, δεν έφτιαχναν εδώ τα σπίτια τους, δεν ήθελαν να εγκατασταθούν εδώ, γιατί είχαν στο νου τους πως μιά μέρα θα γύριζαν πίσω πάλι, στον τόπο τους.
Έτσι, ετούτο δω είναι ένα ήρεμο, μαγικό μέρος. Δεν είχα ξαναέρθει. Ίσως μόνο απ' τον Στρατή Μυριβήλη το γνώριζα...
Το χωριό, η Συκαμιά, είναι απάνω στο βουνό. Αυτή εδώ η παραλία, η Σκάλα, είναι το επίνειό της.


Το αεροπλάνο μας, πλησίαζε στη Λέσβο κι εμείς κοιτάζαμε κάτω την ακτογραμμή. Όλη η ανατολική πλευρά, όλη η βορειοανατολική και η νοτιοανατολική πλευρά φώτιζαν βαθύ πορτοκαλί μέσα στον ήλιο. Πορτοκαλί όχι απ' τον πρωϊνό ήλιο, μα από τα σωσίβια, σωροί πορτοκαλιά σωσίβια, παντού σπαρμένα.

Νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο. Όταν φτάσαμε στη Σκάλα Συκαμιάς είδα με μιάς στην παραλία μιά τσακισμένη βάρκα και ... το στρατόπεδο.

Το πρώτο camp που συναντάς μπροστά σου είναι ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ, στημένο κάτω απ' το μεγάλο δέντρο. Εθελοντές και σκηνές. Τέντες, τζετζερέδια, πάγκοι όπου απάνω ακουμπάν τις σούπες και τα σάντουιτς.
Πιό κει βρίσκεται ένα μικρό αυτοκίνητο, με γιατρούς εθελοντές.


Το μεσημέρι κατά τη μία η ώρα, έφτασε η πρώτη βάρκα. Ήταν συγκλονιστικό.
Πενήντα ή πενηνταπέντε άτομα, στριμωγμένοι ο ένας απάνω στον άλλο, μέσα σ' ένα γκρί φουσκωτό, μιά μακρόστενη μπανιέρα, δίχως καρίνα, δίχως καπετάνιο, δίχως τιμόνι, οι άντρες κάθονταν πάνω στα μπαλόνια, κάποιοι με το ένα πόδι απ' έξω, στη μέση κατάχαμα τα γυναικόπαιδα.
Φωνές. - "Καθείστε όλοι κάτω ! Όχι όρθιοι ! Sit down ! Sit down ! Sit down !"
Φτιάξαμε αμέσως μιά αλυσίδα. Πρώτα τα μωρά. Τα δίνουνε οι μανάδες τους με εμπιστοσύνη. Ανακουφισμένες. Έπειτα τα παιδιά. Οι γυναίκες. Οι άντρες. Όλοι με τη σειρά τους. Αυστηρά με τη σειρά.
Μόλις τραβήξεις έξω άνθρωπο, ακουμπάει το χέρι στο στήθος του γιά να σου δείξει την ευγνωμοσύνη. Μιά ακόμα ζωή σώθηκε.

Όλο το πρωί, όσο ν' αρχίσουν οι βάρκες νά ρχονται, έχει πολλή δουλειά. Η οργάνωση είναι το πρώτο που πρέπει να γίνεται. Αν φτάσουν οι άνθρωποι στις βάρκες και δεν είσαι οργανωμένος, δεν τα βγάζεις πέρα... Το ρούχο είναι αφάνταστα πολλή δουλειά. Η διαχείρηση κρίσης δύσκολη. Πρώτα αδειάζεις τις κούτες. Μες στις σκηνές τοποθετείς διπλωμένα και ταξινομημένα τα ρούχα. Χώρια τα μωρουδιακά, χώρια τα παιδικά, τα γυναικεία χώρια, χώρια τα αντρικά, οι κουβέρτες χώρια, τα παπούτσια, τα τρόφιμα. Τόστ, μαρμελάδες, pumpers, τάλκ, σαμπουάν, καραμέλλες. Ό, τι έχουν ανάγκη οι άνθρωποι... Χρειάζεται απόλυτη τάξη, προσοχή και πειθαρχία. Όσο δεν έρχονται βάρκες, οι εθελοντές τακτοποιούν. Αν, την ώρα που έρχονται, το κάθε πράγμα δεν είναι στη θέση του, είσαι χαμένος.
Υπάρχει έλλειψη από παπούτσια.

Φαντάσου ένα υλικό, σαν σκληρό αλουμινόχαρτο. Είναι θερμαντικό υλικό. Το πρωί, όσο να φτάσουν  οι βάρκες, αυτό το υλικό πρέπει να το κόψεις σε μεγάλα, τετράγωνα κομμάτια και να το τακτοποιήσεις στη σειρά. Όταν έπειτα παίρνεις μωρό στην αγκαλιά σου, είναι βρεμένο απ' τη θάλασσα και παγωμένο. Έχεις στρωμένο στα χέρια σου αυτό το αλουμινόχαρτο. Το αγκαλιάζεις κατ' ευθείαν εκεί μέσα και το πας στη σκηνή. Το αλλάζεις, το τρίβεις, του φοράς ζεστά ρούχα.
Πολλοί άνθρωποι βγαίνουν απ' τις βάρκες χωρίς παπούτσια. Μη φαντάζεσαι ότι πριν φόραγαν timberland. Βγαίνουν έξω μουσκεμένοι και ξυπόλητοι. Τυλίγουν τα πόδια τους πρώτα μ' αυτό το αλουμινόχαρτο και ύστερα φοράν χοντρές κάλτσες.
Υπάρχει έλλειψη από παπούτσια.


Το άλλο camp λίγο πιό πέρα, ονομάζεται LIGHTHOUSE.
Η γυναίκα που το οργάνωσε είναι απ' το Όσλο και νομίζω έχει παντρευτεί έναν Μυτιληνιό.
Νορβηγοί, Δανοί, Σουηδοί, παιδιά απ' όλον τον κόσμο, έρχονται με δικά τους έξοδα, γιά να βοηθήσουν. Οι Νορβηγοί έχουν και site, όπου δέχονται χορηγίες. Τα αεροπλάνα φέρνουν εθελοντές από παντού. 
Λίγο πιό κει είναι μιά ομάδα διασώστες απ' την Ισπανία. Μαζεύουνε ανθρώπους από τη θάλασσα.
Υπάρχει και μιά ομάδα Βερολινέζων, με κράνη. Αυτοί εναλλάσσονται κάθε τόσο.
Μιά Βιετναμέζα, μας έμαθε πώς να μεταλλάσσουμε τα σωσίβια και να τους τα δίνουμε πάλι πίσω, γιά να τα χρησιμοποιούν σαν σακκίδια. Τραβάμε στο σωσίβιο χαρακιές με το μαχαίρι, βγάζουμε από μέσα το υλικό σαν φελό, βγάζουμε το σκοινί του σωσίβιου και το κάνουν οι άντρες ζωνάρι στα παντελόνια τους, τον φελό τον παίρνουν μαζί τους και τον βάζουν γιά μαξιλάρι όταν πλαγιάσουν. Τίποτα δεν πάει χαμένο.
Είναι μόνο μεγάλη η ανάγκη γιά παπούτσια.


Υπάρχει η στιγμή της μέρας και υπάρχει η στιγμή της νύχτας. Πολύ διαφορετικές.
Οι δουλέμποροι - διακινητές χρεώνουν δυό χιλιάδες ευρώ το κεφάλι, όταν θες να ταξιδέψεις μέρα και χίλια ευρώ αν ταξιδέψεις τη νύχτα.
Οι εθελοντές τη νύχτα είναι σε βάρδιες συνέχεια, με τα κυάλια. Οι βάρκες ταξιδεύουν μες στο πηχτό  σκοτάδι. Κανένα φως. Τους βλέπεις μονάχα όταν φτάνουν πολύ κοντά στην παραλία. Τότε τους κάνεις σινιάλα με τον φακό, τους βλέπεις που ετοιμάζονται να μπατάρουν και φωνάζεις. "- Sit down ! Sit down ! Sit down !"
Φοράν τις στολές κατάδυσης και τους τραβάνε έξω.
Ακολουθεί άλλη βάρκα. Κι άλλη. Κι άλλη.
Οι γυναίκες θέλουν να τις αγκαλιάσεις και να τους πεις μιά κουβέντα.
Πορεύονται στη σειρά, βγάζουν τα μουσκεμένα ρούχα στις σκηνές, στο στήθος τους πάνω έχουνε όλοι κολλημένα σελοφάν, ίσως τα χαρτιά τους, ίσως κάποια χρήματα, όταν ντυθούν τρων τη ζεστή σούπα, τσάϊ καυτό, σάντουιτς με μαρμελάδα, κρουασσάν τα παιδιά. Ως να γίνει αυτό έρχεται κι άλλη βάρκα, κι άλλη, κι άλλη. Χώρια τα περιστατικά... Γέροι γονείς, έγκυες, ετοιμόγεννες, ανήμποροι, χτυπημένοι - περιμένοντας απέναντι γιά νά ρθουν, περνάν των παθών τους τον τάραχο...
Οι μόνοι άντρες, φοράν στα πόδια το αλουμινόχαρτο και τις χοντρές κάλτσες και ξεκινάν πεζοί τέσσερα χιλιόμετρα γιά το 1ο  ενδιάμεσο camp, ίσως γιά διανυκτέρευση, με προορισμό τη Μυτιλήνη.
Μεγάλη η ανάγκη γιά παπούτσια.
Οι οικογένειες δεν χωρίζουν, φεύγουν γιά την Μυτιλήνη με αυτοκίνητα.
Έρχονται ντόπιοι μετά τη δουλειά τους, βάζουν τις οικογένειες στο Ι.Χ. και τους παν στη  Μυτιλήνη.
Εκεί γίνεται η ταυτοποίηση. Ύστερα, φεύγουνε με πλοία.

Την Παρασκευή νωρίς το απόγευμα ήρθαν 8 ή 9 βάρκες. Το βράδυ άλλες.
Το Σάββατο στις εξήμιση το πρωί έφτασαν διακόσια πενήντα περίπου άτομα.
Βάρκες έρχονται συνέχεια, μα και τις ώρες που δεν έρχονται, εσύ συγκροτείς το στρατόπεδο.


Πήγαμε μιά μέρα και στη Μυτιλήνη.
Εκεί, "Ο ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" μαγειρεύει.
Καζάνια τεράστια και μεγάλες ποσότητες τροφίμων. Μαγειρέψαμε καλά φακές. Πηχτές. Ούτε τη δάφνη δεν ξεχάσαμε. Τα εστιατόρια στέλνουν ψωμιά. Οι άνθρωποι τρων μεσημέρι βράδυ. Αν περισσέψει, και δεύτερο πιάτο, ως ν' αδειάσει η καζάνα.
Γίνεται καλή διαχείρηση. Με τάξη και σύνεση. Σε βάζουνε κι εσένα σε σειρά."



το έζησε η Κατερίνα
το περι-έγραψε η foteini







Δεν υπάρχουν σχόλια: