Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος


Ανάσκαψα όλη τη γη για να σε βρω. 
Κοσκίνισα μες στην καρδιά μου την έρημο’ 
ήξερα πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες του ήλιου το φως. 
Ενώ τώρα, κοιτάζοντας μες από τόση διαύγεια τον κόσμο, μέσα από σένα 
– πλησιάζουν τα πράγματα, γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα – 
τώρα μπορώ ν’ αρθρώσω την τάξη του σ’ ένα ποίημα. 
Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω σ’ ευθείες το φως


Σ’ έχουν εκπέμψει όλα τα πράγματα. Σ’ έστειλε ο κόσμος. 
Είσαι ένα πρόβλημα φωτισμένο’ ένα πρόσωπο που έχει μυριάδες πτυχές, παράλληλους, κέντρα, γραμμές 
Είσαι ο χάρτης μου. 
Το χέρι σου είναι και το χέρι του Νέγρου. Και το χέρι του Ιησού. Και το χέρι της μάνας μου. Και του εχθρού μου το χέρι. 
Το φως του προσώπου σου είναι και το φως του ήλιου. 
Τα μάτια σου είναι όλα τα μάτια. Είναι ο διαβήτης του απείρου τα πόδια σου. Είσαι μια σφαίρα, μ’ εφτά καμπυλόγραμμα ουράνια συστήματα, 
που τη γυρίζω, κοιτάζω, διαβάζω και γράφω με μικρές αστραπές 
το τραγούδι του κόσμου


Με ανακαλύπτεις και σε ανακαλύπτω. Δυό κόσμοι ατελεύτητοι: 
Ουρανοί που διαδέχονται ο ένας τον άλλο. 
Τοπία που κρύβουν πίσω τους άλλα τοπία. 
Ήλιοι κι’ αστέρια σε σχήματα ποταμιών, που διαγράφοντας λάμπουσες μεγάλες στροφές κατεβαίνουν στα βάθη μας 
– Ας μας άφηνε ο Θεός δέκα αιώνες φωτός αντιμέτωπους ! 
Δεν τελειώνει ο άνθρωπος όπως κι ο κόσμος


Κλείσε μου μια φωνή σ’ ένα φάκελο να την έχω μαζί μου 
– Η φωνή σου είναι ένα δέντρο από τίμιο ξύλο. 
Δεν την άκουσα χτες ούτε σήμερα κι’ είναι γλυκύτερη ακόμη κι’ απ’ τη φλόγα που άνθιζε του τζακιού μας το κούτσουρο το χειμώνα. 
Ξημερώνει η φωνή σου. 
Ανάβει το φάρο στη θάλασσα, τον έσπερο πάνω στον ουρανό. 
Αύριο είναι Κυριακή δεν ξέρω πώς να κάμω γιατ’ είναι τα καλά μου η φωνή σου


Δεν είμαστε οι δυό μας αλλιώς θα γνωρίζαμε τι λόγια να ειπούμε, τι προσευχή. Έτσι, δεν μίλησαν τα χέρια μας ούτε τα μάτια μας. 
Ο άλλος, ούτε υποψιάζονταν κάν 
πως εγώ σκάφτω ένα φύλλο χλόης να θάψω μέσα 
μιάν άβυσσο


Δεν περιμένω να μου μιλήσεις. Το ξέρω. Μπερδεύεται η γλώσσα σου. 
Είναι γιομάτη λουλούδια η φωνή σου


Δε με κατάλαβες’ όλη τη νύχτα ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο, πάλευα – όλη τη νύχτα. 
Ο αγέρας επέμενε. 
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου σαν δυό φύλλα ουρανού 
και σε σκέπασα
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα δίχως χέρια τον κόσμο.







comme tout, d' ailleurs !







Δεν υπάρχουν σχόλια: