Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

.
.
Λόρκα

Κρατάω στα χέρια παμπάλαιο δώρο
- βιβλίο λινόδετο. Βαθύ βυσσινί.
.
FEDERICO GARCIA LORCA

Σελίδα 3
υπάρχει αφιέρωση, με μαύρο στυλό πένας.
«16 Μαρτίου την Αυγή.
Να το δεχθούμε σαν
πεπρωμένον ;
είναι παράλογο ίσως
αλλά και ωραίο.
Γ.»

Δίπλα,
υπάρχει δική μου σημείωση
με μολύβι : 29/1/74


σελ. 5
φωτογραφία : η τάφρος του Βιθνάρ

σελ.6
εκδόσεις «ΣΑΜΟΥΡΑΪ»
Χ. Τρικούπη 23
ΑΘΗΝΑ

σελ. 7
ποίηση
LORCA

σελ. 9
αποδίδει : Κώστας Ζαρούκας



ΠΟΙΗΤΙΚΗ


Και να, πώς μιλάει ο ίδιος ο Λόρκα για την Ποίησή του

(προφορική, προς τον Gerardo Diego)


Όμως, τι να σας πω εγώ για την Ποίηση ; Τι να σας πω γι αυτά τα σύγνεφα, γι αυτόν τον ουρανό ; Να κοιτάς, να κοιτάς, να τα κοιτάς, να τα κοιτάς, και τίποτα παραπάνω. Θα καταλαβαίνεις, πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση. Ας τα’ αφήσουμε αυτό στους κριτικούς και τους καθηγητές. Μα μήτε εσύ μήτε εγώ, μήτε ποιητής κανένας, δεν ξέρουμε, τι είναι η Ποίηση.

Εδώ είναι, κοίτα. Κρατάω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου. Τη νιώθω και δουλεύω μ’ αυτή στην εντέλεια, όμως δε μπορώ να μιλήσω γι αυτήν χωρίς φιλολογίες. Καταλαβαίνω όλες τις Ποιητικές, θα μπορούσα να μιλήσω γι αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεφτά της ώρας. Δεν ξέρω. Μπορεί κάποια μέρα να μου αρέσει στο έπακρο η κακή ποίηση, όπως μου αρέσει (μας αρέσει) σήμερα η κακή μουσική μέχρι παραφροσύνης. Θενά κάψω νύχτα τον Παρθενώνα, για ν’ αρχίσω να τόνε χτίζω το πρωί και να μην τελειώνω ποτέ μου.

Στις διαλέξεις μου έχω μιλήσει μερικές φορές για την Ποίηση, όμως για το μόνο πράμα που γι αυτό δεν μπορώ να μιλήσω είναι η δική μου η ποίηση. Κι όχι επειδή δεν έχω συνείδηση εκείνου που κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής, με τη χάρη του Θεού – ή του Διαβόλου -, ωστόσο είμαι αυτό το πράμα και με τη χάρη της τεχνικής και της προσπάθειας, και με το ν’ αναλογίζουμαι απόλυτα αυτό που αποτελεί ποίημα.

(σελ. 167, της εκδ. Aguilar. Μαδρίτη, 1968)




ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


Ανεμοδείχτης

Ιούλης του 1920
(Φουέντε Βακέρος, Γρανάδα)



Άνεμε του Νότου,
μελαχρινέ, φλογερέ,
πνέεις πάνω στη σάρκα μου,
γεμίζοντάς με από σπορά
βλεμάτων
λαμπερών, εμποτισμένων
με πορτοκαλάνθια.

Κάνεις το φεγγάρι κόκκινο
και με λυγμούς να κλαίνε
τις λεύκες τις αιχμάλωτες, όμως έρχεσαι
πάρα πολύ αργά !
Έχω κιόλας τυλίξει τη νύχτα του ρομάντζου μου
πάνω στην εταζέρα !

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.

Αγέρα του Βορά,
άσπρη αρκούδα του ανέμου !
Πνέεις πάνω στη σάρκα μου
ριγώντας από αυγές
βορινές,
με την κάπα σου από φαντάσματα
καπεταναίων,
και γελώντας δυνατά
σαν τον Ντάντε.
Ώ ! εσύ των αστεριών στιλβωτή !
Όμως έρχεσαι
πάρα πολύ αργά.
Σκουληκιασμένο είναι το ερμάρι μου
κι έχω χάσει το κλειδί.

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.

Αύρες, ρολόγια ηλιακά και άνεμοι
του πουθενά.
Κουνούπια του τριαντάφυλλου
με πέταλα πυραμιδένια.
Μελτέμια που μεγαλώσατε
ανάμεσα στα τραχιά τα δέντρα,
φλογέρες μες στη θύελλα,
αφήστε με !
Έχει αλυσίδες χοντρές
η ανάμνησή μου,
κι είναι φυλακισμένο το πουλί
που με τις τρίλιες ζωγραφίζει
την εσπέρα.

Τα πράματα που φεύγουνε ποτέ τους δεν ξαναγυρνάνε,
το ξέρει ο κόσμος όλος,
και να παραπονιέσαι είναι ανώφελο
μες στον καθάριο κόσμο των ανέμων.
Δεν είν’ αλήθεια, μαύρη λεύκα μου, μαέστρο εσύ της αύρας ;

Να παραπονιέσαι είν’ ανώφελο !

Χωρίς κανέναν άνεμο,
πίστεψέ με !,
γύρνα, καρδιά
γύρνα, καρδιά.
.
.
.
.
.
χρονών
δέκα εννέα...
.
.


Δεν υπάρχουν σχόλια: