Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

.
FEDERICO GARCIA LORCA
.
.
Μικρούτσικο τραγούδι

Δεκέμβρης του 1918
(Γρανάδα)


…………………
…………………

Δε θα πετύχω την ευτυχία μου,
επειδή είμαι σαν τον ίδιο τον Έρωτα,
που τα βέλη του είν’ από θρήνο,
κι η φαρέτρα του είν’ η καρδιά.

Θα δώσω τα πάντα στους άλλους
και θενά κλαίω το πάθος μου,
σαν εγκαταλειμένο παιδί
σε παραμύθι που σβήνει.






Ελεγεία στη Δόνια Χουάνα Λα Λόκα


Δεκέμβρης του 1918
(Γρανάδα)


Πριγκηπέσα ερωτεμένη χωρίς ανταπόκριση.
Κόκκινο γαρούφαλο σε κοιλάδα έρημη και βαθιά.
Ο τάφος που σε φυλάει φιλτράρει τη θλίψη σου
μέσα απ’ τα μάτια που άνοιξε πάνω στο μάρμαρο.

Ήσουν μια περιστέρα με γιγάντια ψυχή,
που η φωλιά της ήταν αίμα από καστιλλιάνικη γη,
σκόρπισες τη φωτιά σου πάνω σ’ ένα από χιόνι κάλυκα
και θέλοντας να τον ζεστάνεις, τα φτερά σου τσακίστηκαν.

………………………..
………………………..

είχες το πάθος που χαρίζει της Ισπανίας ο ουρανός.
Του μαχαιριού το πάθος, των μελανών στα μάτια γύρων
και του θρήνου.
…………………………

Ποτέ για σένα φωλιά, μήτε το θρηνητικό μαδριγάλι,
μήτε λαγούτο που κλαίει λυγμικά, μακριά.
Ο τροβαδούρος σου ήταν ένας νεαρός με λέπια ασημιά
κι ένας αντίλαλος σάλπιγγας ο τόνος του, του ερωτεμένου.

Και, δίχως άλλο, ήσουν φτιαγμένη για τον έρωτα,
για το στεναγμό ήσουν καμωμένη, για το χάδι και τη λιποθυμιά,
για να θρηνάς τη θλίψη πάνω σ’ ένα στήθος λατρεμένο,
μαδώντας ανάμεσα στα χείλια ένα ρόδο μοσκομυρισμένο.

Για να κοιτάς πάνω από το ποτάμι το κεντημένο φεγγάρι
και να νιώθεις τη νοσταλγία, σαν ξεκινάει για μακριά το κοπάδι,
και για να κοιτάς τους αιώνιους κήπους από σκιά
…………………………

Κρατάς τα μαύρα σου μάτια στο φως ανοιχτά,
Ή πλέκουνται φίδια στα εξαντλημένα σου στήθια…
Πού είναι τα φιλιά σου που στους ανέμους πέταγες ;
Πού είναι η θλίψη του άτυχού σου του έρωτα ;

…………………………..








Θλιμένη μπαλάντα
.
Μικρό ποίημα

Απρίλης του 1918
(Γρανάδα)


……………………….
………………………

Ήμουν και καβαλάρης
ένα φρέσκο βράδι του Μαγιού.
Ήταν εκείνη τότε για μένα ένα αίνιγμα,
αστέρι γαλάζιο στο άγγιχτο το στήθος μου.
Και πήγαινα, στ’ άλογο πάνω, προς τα ουράνια, αργά.
Ήτανε Κυριακή με πλούσια χόρτα και σανά.
Κι είδα πως αντί για ρόδα και γαρούφαλα,
Τσάκιζε με τα χέρια της κρίνα.

…………………….

Έλεγα τις νύχτες τη θλίψη
της αγνοημένης αγάπης μου
…………………..


Εγώ, μονάχος, με την αγάπη μου την παραγνωρισμένη,
χωρίς καρδιά, και δίχως θρήνους,
προς την απρόσιτη στέγη τ΄ουρανού
μ΄ έναν μεγάλον ήλιο στήριγμά μου.

……………………
.
.
.
.
.
.
.






Δεν υπάρχουν σχόλια: