Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

.
σε μιά συμπαθή χτεσινή βραδιά (Τετάρτης), ακούσαμε από μιά κιθάρα
λαϊκή τζαζ
μουσική, Μικρασιάτικη.
.
ακούσαμε περίκαλα ποιήματα κι έγιναν αναφορές σε βιβλία, των Κοσμά Πολίτη, Κωστή Παλαμά, Διδώς Σωτηρίου, Κ.Χ. Μοίρη, Καβάφη, δυό υπέροχα ποιήματα Τούρκων ποιητών, την μικρή, πράσινη θάλασσα του Ελύτη και του Σεφέρη το σπίτι κοντά στη θάλασσα .
.
κοινό σημείο όλων αυτών :
Ο ΠΟΘΟΣ ΚΙ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΚΑΙ ΤΗ ΓΗ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ...
.
.
.
.
ΚΙΧΛΗ
.
Το σπίτι κοντά στη θάλασσα
.
.
"Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε

νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα-
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω-
ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει-

ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις

.

Γιώργος Σεφέρης

.
.
.
.
όταν στον ύπνο μου βλέπω ότι είμαι σ' ένα σπίτι,
βλέπω πάντα νάμαι στο ίδιο σπίτι.
εκείνο με τα παράθυρα διάπλατα στον ήλιο,
με τη γυριστή σιδερένια σκάλα που ανέβαινε στην ταράτσα
και γύρω το χτήμα με τα οπωρικά, τους άγριους σκίνους και τις τριανταφυλλιές...
το σπίτι που πόνεσε...
και δεν ξέρω γιατί η καρδιά μου δεν μπορεί να ξεχάσει...
.
.
Σένα τα λέγω
κι άκου τα !
Πάρε χαρτί
και γράψε τα...
.
.
.
.
.


Δεν υπάρχουν σχόλια: