Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010



signature
Foteini
.
.
.
.
Φι


Φα
.
ο μικρός μου Αντώνης χτυπάει τακτικά, με τα δάκτυλα
του αριστερού του χεριού,
ένα απαλό sol sol mi mi
sol sol mi
sol sol mi do sol mi
ο Μιχαήλ Άγγελος ζωηρά, με το δεξί χέρι κοπανάει ατίθασα στα πλήκτρα ένα συνεχές fa fa fa fa.
.

.
.
Φάβα.

αν κάποτε στη μαγείρευα, θα σου ψιλόκοβα επάνω ξερό κρεμμύδι και μαϊδανό,
θα σου έστιβα φρέσκο λεμονάκι και λίγο αγνό ελαιόλαδο.
.

Φαγγρί
.
σπουδαίο ψάρι, σαν πιπιλάς το κεφάλι
.

Φαγεντιανός / φαγιάντσα
.

D’ argile, céramique, porcelaine, faience, pottery, terracotta, terra cotta, celadon, bone china, εμαγιέ.

Από τις αρχές του 13ου αιώνα,
οι Ευρωπαίοι εισήγαγαν πορσελάνες από την Κίνα σε εξαιρετικά υψηλό κόστος.
Στις αρχές του 18ου αιώνα
άρχισαν στην Ευρώπη οι προσπάθειες, που θα ξεκλείδωναν το μυστικό της κατασκευής πορσελάνης.
Το 1710
δικαστήριο της Σαξονίας ανακοινώνει την επινόηση της πορσελάνης (στην Ευρώπη) και η ίδρυση εργοστασίου πορσελάνης με «ανώτατο διάταγμα» δημοσιεύεται στα λατινικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά.
:

.
.
Φαέθοντας
.

η θαυμαστή ιστορία του !
.

- Σφιχτά να κρατάς τα χαλινάρια, είπε ο Ήλιος στον γιό του, μην καταλάβουν τ’ άλογα πως έχουν αδύναμο αναβάτη.
Μη χρησιμοποιήσεις καθόλου το μαστίγιο και τ’ αγριέψεις.
Οδήγησέ τα μέσα από τις αρματοτροχιές που θα δεις στον ουρανό.
Πρόσεχε όταν θ’ ανεβαίνεις, μη λοξοδρομήσεις και χαθείς.
Σαν φτάσεις ψηλά, μην κοιτάς κάτω και ζαλιστείς.
Και στον κατήφορο τράβα δυνατά τα χαλινάρια μην κατρακυλήσει το άρμα σου και συντριβεί στη γη.
Μα ανώφελα λόγια είναι όλα τούτα σου λέω ! Άσε να οδηγήσω εγώ το άρμα. Ήρθε η ώρα να φωτίσουμε τη γη.
Να, η Ηώ άνοιξε την πόρτα !
.
Γρήγορος όμως ο Φαέθοντας πηδάει στο άρμα, αρπάζει τα χαλινάρια και τα τραβάει με δύναμη.
Αποχαιρετά βιαστικά τον πατέρα του, ενώ τ’ άλογα ανοίγουν τα λευκά φτερά τους κι αλαφροπατώντας βγαίνουν απ΄τη μεγάλη πύλη των παλατιών του Ήλιου
.
- Πού πας, Φαέθοντα, παιδί μου ! Φωνάζει τρέχοντας πίσω του ο ΄Ηλιος. Φαέθοντα ! γύρνα πίσω ! θα χαθείς ! Αχ, νιάτα, παράτολμα νιάτα ! Πώς σας τραβάει το άγνωστο, το βάθος τ’ ουρανού, το φως του ήλιου ! Ω, πόσο είναι άδικο μια τέτοια τόλμη να χαθεί μέσα στον κατασκότεινο Άδη ! Φαέθοντα ! Φαέθοντα ! Μ’ ακούς ; Γύρνα πίσω !
.
Εκείνος όμως δεν τον ακούει πια. Τ΄άλογα αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό και η χαρά του δε λέγεται. Ο Έπαφος δε θα τολμήσει ποτέ να τον ξαναπροσβάλει ! Μα γι’ αυτό δε νοιάζεται πια... Για κάτι άλλο που έχει πιο μεγάλη αξία τον νοιάζει τώρα καθώς το φωτεινό άρμα αφήνει τη γη και οι χρυσές αχτίδες του ήλιου χαρίζουν στον κόσμο φως, ζεστασιά, ζωή.
«Αλήθεια, πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να μπορείς να κάνεις το καλό», σκέφτεται ο Φαέθοντας. «Αχ, ας γινόταν να οδηγούσα πιο συχνά αυτό το άρμα!»
Αλλά μ’ αυτές τις σκέψεις ο γιος του Ήλιου ξεχάστηκε .
Τ΄ άλογα νιώσαν ακυβέρνητα. Κατάλαβαν πως το άρμα είναι πιο ελαφρύ κι άρχισαν να τρέχουν καλπάζοντας και βγήκαν απ’ το δρόμο τους. Έχασε ο Φαέθοντας τις αρματοτροχιές από τα μάτια του και τότε κατάλαβε τι κίνδυνος τον απειλούσε. Προσπάθησε ν’ αλλάξει την πορεία του, μα τ’ άλογα δεν τον ακούν και τρέχουν για το άγνωστο. Ξαφνικά ένας τεράστιος σκορπιός σαλεύει στον ουρανό. Ο Φαέθοντας τα χάνει και τρομαγμένος αφήνει τα χαλινάρια, κι αυτό ήταν η αρχή του τέλους. Τ΄ άλογα λεύτερα τρέχουν όπου θέλουν. Πότε κατεβαίνουν χαμηλά και τότε η γη αρπάζει φωτιά, πότε ανεβαίνουν ψηλά και τότε πυρπολείται ο ουρανός
.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.
Ο παράτολμος νέος πνίγεται καθώς αναπνέει τον πυρωμένο αέρα. Τίποτα πια δε μπορεί να κάνει. Ούτε το δρόμο ξέρει, ούτε τ’ άλογα μπορεί να δαμάσει. Μετανοεί πικρά, που δεν άκουσε τις συμβουλές του πατέρα του, μα είναι πια πολύ αργά. Τώρα όλη η πλάση είναι μια κόλαση.
Η γη κάτω καίγεται. Οι φλόγες τυλίγουν τον δίκορφο Παρνασσό.
Πήρε φωτιά ήδη η Ίδη και το ισκιωμένο Πήλιο. Καίγεται ο δασωμένος Ελικώνας και ο ψηλός Ταϋγετος. Πυρπολείται κι ο Καύκασος μ’ όλα τα δάση της Ασίας. Αφανίζονται πολιτείες και λαοί. Ξεραίνονται οι πηγές και τα ρυάκια, κι οι νύμφες τρέχουν να κρυφτούν στις πιο βαθιές σπηλιές. Κοχλάζουν και τα πιο μεγάλα ποτάμια, ακόμα κι αυτός ο Νείλος κι ο Ευφράτης. Όλη η θάλασσα βράζει κι η γη ξεραίνεται και σχίζεται βαθιά, τόσο βαθιά που οι φλογερές αχτίδες του ήλιου φτάνουν και σ’ αυτόν τον κατασκότεινο Άδη
.
Σηκώνεται τότε η θεά Γη, η μητέρα όλων και βροντοφωνάζει στον Όλυμπο :
- Δία βασιλιά, εσύ που κυβερνάς αυτόν τον κόσμο, δε βλέπεις τη φωτιά που τύλιξε τη γη! Πρέπει να χαθώ κι εγώ με τα ποτάμια και τα ισκιωμένα δάση ! Πρέπει να χαθούν όλες οι φυλές των ανθρώπων κι ό,τι ζωντανό τρέφεται στα χώματά μου ! Θέλεις να βασιλέψει πάλι το χάος το πρωταρχικό, κι ό,τι έγινε ως τώρα να χαθεί, γη κι ουρανός, θεοί και άνθρωποι, ζωή κι αγάπη !
Δία τρανέ, κυρίαρχε του κόσμου, σώσε τώρα τη γη απ’ τη φωτιά, γιατί σε λίγο θα είναι πια πολύ αργά.
Και ξαφνικά ξεπροβάλλει πάνω από ένα σύννεφο ο μεγάλος Δίας. Και σηκώνοντας το δεξί του χέρι, αμολάει μια αστραπή, που έσβησε αμέσως την πυρκαγιά σ’ ολόκληρη τη γη. Ύστερα ρίχνει έναν κεραυνό που χτυπά το άρμα του Φαέθοντα και το κάνει συντρίμμια.
.
Σαν πεφταστέρι τινάζεται ο γιος του Ήλιου και με τα μαλλιά να φλέγονται πέφτει στον ποταμό Ηριδανό στην άκρη του κόσμου.
.

.
.
Φαίακες
.

Ομήρου Οδύσσεια
.

ζ
.

Οδυσσέως άφιξις εις Φαιακας
.
Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη
.

Κι η ασπροχέρα η Ναυσικά του απολογήθη κι είπε·
«Ξένε, που μήτε ασύστατος μήτε κακός δε δείχνεις,
—στον κόσμο την καλοτυχιά μοιράζει την ο Δίας
και σε καλούς και σε κακούς, του καθενού όπως θέλει
·
190
.
κι εσένα αυτά που σου 'δωσε χρωστάς να τα ποφέρνης.
Ως τόσο μιά και πάτησες σ' ετούτη μας τη χώρα,
δε θα σου λείψη φορεσά μήτ' άλλο που ταιριάζει
σε παθιασμένον που έρχεται με θερμοπαρακάλια.
Τήν πόλη θα σου δείξω εγώ, και ποιοί εδώ ζούν θα μάθης
.
195
.
Αυτή την πολιτεία και γής οι Φαίακες την έχουν,
κι εγώ είμαι του τρανόψυχου του Αλκίνου θυγατέρα,
που απ' αυτόνε η δύναμη κρεμιέται τώ Φαιάκων.»
.
Είπε, και τις ωριόμαλλες φωνάζει παρακόρες·
«Σταθήτε, ώ κοπελιές· γιατί σε όψη αντρού σκορπιέστε;
.
200
.
ή τάχα φοβηθήκατε πως είναι οχτρός ετούτος;
Δέ ζή στον κόσμο ο άνθρωπος, κι ούτε ποτές θα υπάρξη
που θα 'ρθη εδώ τον πόλεμο στους Φαίακες να φέρη·
γιατί εμάς οι αθάνατοι πολύ μάς αγαπάνε,
Απόμακρα στου πέλαγου την άκρη κατοικάμε
,
205
.
και με τα μάς άλλοι θνητοί δε σμίγουν εδώ πέρα.
Άν ήρθε αυτός ο δύστηνος μες στα πλανέματά του,
να τον δεχτούμε πρέπει μας, γιατί ο Δίας μάς στέλνει
φτωχούς και ξένους· λιγοστό, μα αγαπητό 'ναι δώρο.
Μόν' δόστε του, κοπέλες μου, φαΐ πιοτό του ξένου
,
210
.
και στο ποτάμι λούστε τον, σε απάνεμο έναν τόπο.»


.

Φαίδρα



Αστέρι μου φεγγάρι μου - Μελίνα Μερκούρη (Φαίδρα)




Φαιός
.

Σταχτής
Γκρίζος
Σταχτής
Γκρίζος
Σταχτής
Γκρίζος
.
και πάλι...


.
.
.
Φαιστός
.

Προελληνικό όνομα

Τεμάχια αγγείων, λίθινοι πελέκεις, λεπίδες οψιδιανού,
πήλινα αναθηματικά ειδώλια και ζώδια, νεολιθικές
ανθρώπινες μορφές, ψάρια, πουλιά, έντομα, φυτά
.
στο υπόγειο του δωματίου
με κωδική ονομασία XL - 101
υπάρχει
Πήλινη η προσευχή ή
Πήλινο παραμύθι ή
Πήλινο γεωμετρικό θεώρημα ή
Πήλινο ημερολόγιο
ή απλά, τα λόγια :
«Στη Μεσαρά είναι η Φαιστός. Αυτή ανήκει στον Νέστορα, τον μέγα άνδρα των Αχαιών»
.

φάκελος

το χάρτινο περίβλημα των επιστολών μου
χρώμα γαλάζιο σαν αίμα ή
βαθύ κόκκινο σαν σκέψη
.

φακή

μας έδινε η μάνα μας έναν κεσέ από γιαούρτι.
Ρίχναμε μέσα σποράκια φακής. Τα σκεπάζαμε απαλά με βαμβάκι.
Τα ποτίζαμε.
Έπειτα από λίγες μέρες φύτρωνε η φακή. Μου άρεσε να βλέπω τις κορφούλες να τρυπάν το βαμβάκι και να ξεμυτάν.
Έπειτα, το πηγαίναμε στην κυρία Κουτούπη. Φτιάχναμε φυτολόγια. Ακόμα μυρίζω τη μυρωδιά εκείνων των φυτολόγιων...
.
.
.
συνέχεια...
.
.
.
.
.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

tristesse


photo
by

.
Martin Unger
.
.
Foteini
:
:
Εκ του πλησίον.

Στις μέρες της γιορτής,
στέκει εκεί
παιδί μαζεμένο στα πόδια σου
καθισμένο στις άκριες απ' τ' αντρικά σου παπούτσια
κι αγροικά
την ώρα που εσύ λειτουργείς ,
όχι όλα όσα οι άλλοι σκέφτονται
μα μόνον τον ρυθμό της δικιάς σου, σιγανής ανάσας .
Τον ρυθμό που ανεβαίνει το στήθος σου
που κατεβαίνει
που οι χορδές στο λαιμό σου τεντώνονται
που οι χορδές χαλαρώνουν
που αυξάνει το σάλιο σου
που στεγνώνει
που βγαίνει απαλός ο ψαλμός απ’ τα χείλη σου
που δυσκολεύεσαι στο «γε»
που γελάς
που κλαίς
που κοινωνάς τα παιδιά

μιά θάλασσα μικρή
τα μάτια του παιδιού
που κανείς ποτέ δεν του είπε
«σε παίρνω απ’ το χέρι !
έλα να μεταλάβεις !»
.
.
.
.
.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

genna και foteini ομού

.
.
Αφήνουμε πίσω τις παγωνιές
προς μιαν Άνοιξη, όπως ανοίγουν τα φυλλαράκια μου...
έτσι έφτασα στη φωτεινή σου γωνίτσα,
πάντα γλυκειά...
.
.
... η φωτεινή γωνίτσα ...
η ανόητη γωνίτσα
η αμετανόητη γωνίτσα
η ξεροκέφαλη γωνίτσα
ευτυχώς, που κάποιοι φίλοι
στέκουν ακόμα εδώ, κοντά...
.
.
αναγνωρίζονται οι φίλοι ή μάλλον αυτοί
που έχουν ψυχή και διάθεση στέκουν,
έτσι δεν είναι παιδούδα μου...
είδες που η 30φυλλιά δεν ξεχνά...
.
.
συνυπήρξαμε καιρό
μέσα στο χρόνο...
σε μέρες εύκολες και σε μέρες δύσκολες...
πάντα λίγοι ήσαν εκεί, με μιά καλή κουβέντα...
κάποιοι ήσαν λάθος επιλογές
μα ο καθένας μας δικαιούται να κάνει και λάθη...
.
.
θ ηλέων
Θ αλπωρή έφερε τούτο...
και φ ίλων α νθρώπινη ε παφή
.
.
.
.
.
η φωτό
επεξεργασία
της 30φυλλιάς
.
Foteini

:
από βραδύς
έψαξε να βρεί, εκείνη τη μουσική του Smetana
πλατύ ποτάμι στο όνειρό της να κυλάει...
όσο να πεις, υποστηρικτική της ψυχικής λειτουργίας
είναι η μουσική...
τι διάβολο, την χρησιμοποιούν για θεραπευτικούς σκοπούς
οι γιατροί
στην απομόνωση...

στο ξύπνημα, ακούει κοντά κορυδαλλούς και κοτσύφια..
.
.
.
.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

.


.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Γιώργος
Σεφέρης
.
.

Από τους
.
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
.
.
.
Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος
που έλεγε πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα,
κι οι φίλοι μας χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή, μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι
.
Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές,
ίσως να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα
.
.



Ζ '
.

Νοτιάς

.................
.

Μεγάλα παράθυρα.
Μεγάλα τραπέζια για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες
και τα ρίχνουμε μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει
.
'Aστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιές από το λάδι πάνω στην πληγή,
πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό στον ουρανίσκο,
πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα από το πικρό ψωμί της ξενιτιάς
τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει πάνω στα νεύρα μας
ένα ξυράφι
.

Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον κοιτάζοντας,
ο καθένας, τον ίδιο κόσμο
χωριστά το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά κι εσένα.
Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ' την καρδιά μας;
.
.



Θ’
.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος,
γύρεψα τη μοναξιά,
δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές,
αυτά τα χρώματα,
αυτή τη σιγή.
.
.
.
.
.



..
καληνύχτα
μικρέανόητεμότσαρτ.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

.

Τάσος

Ζωγράφος

.

.

Σκηνογράφος

.

.




.
θαυμάσιος μάστορας στη σκηνή ,
σεβαστικός , αληθινός , λαϊκός , ανθρώπινος ,
να διηγείται κοφτά , σιγανά , με χιούμορ
όλην τη δύσκολη ιστορία της Ελλάδας,
από τον πόλεμο κι εδώ...






κοντά ο Κ. Γεωργουσόπουλος









ο Μήτσος Κασόλας




















ο Ντίνος Κατσουρίδης













.
.
.
οι δυό τους,

ένα ακαταμάχητο

δίδυμο !.

.
.
παρών
στη συνάντηση
κι ο λατρεμένος
Θανάσης Βέγγος !
.

.

.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

.
ένα μεσημέρι
.
συζητώντας
.
και συνγευματίζοντας
.
με τον θεατρικό συγγραφέα
.
και πεζογράφο
.
Παύλο Μάτεσι
.
.
.
.
.
.
.
.
στο ονειρεμένο
.
Orient Express !























τέσσερις φίλες
.
κι ένας συγγραφέας
.






..
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

.
Κωστής Παλαμάς

.


Από τη συλλογή Βωμοί (1915)

.


Λειτουργία
.



.
Όταν ξεσπερμεύονται οι λαοί
και ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες,
μέσα στων πολέμων τη βοή
κι έξω και παράμερα, δεν είδες;


.
Σιγοδέονται κάποιοι σαν ιερουργοί
κι ενώ κάτου από τα πόδια τους τραντάζει
κι ενώ σειέται και χαλιέται γύρω η γη,
τίποτε, θαρρείς, δεν τους ταράζει.


.
Σαν νακολουθάνε μυστική
μ’ έναν Κύριον αφανέρωτο ομιλία
γυρτοί ασάλευτοι και σαν εκστατικοί
στα λειτουργικά τους τα βιβλία.


.
Όλοι γύρω τους και γέροι και παιδιά
και οι γυναίκες, τ'άρματα στα χέρια,
μόνο εκείνοι – αχτύπητη η καρδιά –
με τα χέρια ανάερα προς τ'αστέρια.


.
Άδεια δεν είναι τα χέρια τους, κρατάνε
τα πουλιά τα μαντικά της Προσευχής
και την πρώτη ορμή τους δίνουν και πετάνε
προς τους θρόνους της Ιδέας και της Ψυχής.


.
Καίει φωτιά σ’ ένα ΒΩΜΟ, ο βωμός
φροντισμένος από κείνους και δε σβύνει·
θα περάσουν κι ο Θυμός κι ο Χαλασμός,
μα ο θνητός, ορθός ή χάλασμα, θα μείνη.


.
Στου βωμού τη θεία φωτιά θα πάη ξανά,
όπου η Πίστη, η Τέχνη, ο Λόγος, η Σοφία.
Στα παντοτινά, Ωσαννά!
Στα λειτουργικά βιβλία.


.
Σιγοδέονται κάποιοι σαν ιερουργοί
λαοί τριγύρω τους με τ'άρματα στα χέρια,
και χαλιέται η γη, και ρυάζεται η Σφαγή·
με τα χέρια εκείνοι ανάερα προς τ'αστέρια.


.
Όμως όσο κι αν ασάλευτοι φαντάζουν
στους χορούς των Ερνύων και των Κυκλώπων,
τα υψωμένα χέρια τρέμουν και σπαράζουν
σαν απ’ όλη τη λαχτάρα των ανθρώπων.


.
Και τα μάτια τους κι ας φαίνονται δεμένα
σαν αδάκριστα με μια υπερκόσμια φέξη·
είναι από το δάκρυο θολωμένα
το πικρότερο, που δεν μπορεί να τρέξη.


.
Όταν ξεσπερμεύονται οι λαοί
και ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες,
μέσα στων πολέμων τη βοή
κ’ έξω και παράμερα, δεν είδες;


.


.


.


.


νανούρισμα

.

.
.
.
.
.
Νάνι του Ρήγα το παιδί
του βασιλιά τ' αγγόνι
νάνι του κήπου η πασχαλιά
του Μάη το χελιδόνι
.
Κοιμήσου φώς της χαραυγής
άστρο χρυσό τ' Απρίλη
κι η Παναγιά στον ύπνο σου
χαμογελάει στα χείλη
.
Κάμε τον ύπνο σύννεφο
και τ' όνειρο σου πάχνη
κι ένα πουλί τ' αυγερινού
να σ' ανταμώσει ψάχνει
.
Ν. Γκάτσος
.
.
.
.
.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

.
.
.
Θεοδώρου Τήρωνος
Μαρκιανού και Πουλχερίας, βασιλέων
Πουλχερίας μοναχής

.

* «Καὶ ἐὰν εἰς δύο εὐθείας εὐθεῖα ἐμπίπτουσα
τὰς ἐντὸς καὶ ἐπὶ τὰ αὐτὰ μέρη γωνίας δύο ὀρθῶν ἐλάσσονας ποιῇ,
ἐκβαλλομένας τὰς δύο εὐθείας ἐπ' ἄπειρον συμπίπτειν,
ἐφ' ἃ μέρη εἰσὶν αἱ τῶν δύο ὀρθῶν ἐλάσσονες»
.
.
.
Καὶ ἐὰν οι δύο παράλληλες ευθείες επεκταθούν στο άπειρο,
συμπίπτουν κάποτε ;
ποτέ ; !

από τους δύο σοφούς, τον Πρόκλο και τον Πτολεμαίο,
θα ήθελα να είναι σωστή η απόδειξη θεωρήματος ,
μόνον του ενός,
ότι δηλαδή, οι δύο περήφανες παράλληλες ευθείες
επεκτεινόμενες μοναχικά εις το άπειρον
τελικώς τέμνονται.
συν πίπτουν.

.
.



* Και εάν ευθεία τέμνουσα δύο ευθείες
σχηματίζει τις εντός και επί τα αυτά μέρη γωνίες μικρότερες των δύο ορθών,
όταν οι δύο ευθείες επεκταθούν επ’ άπειρον,
θα συμπίπτουν προς τα μέρη όπου σχηματίζονται οι μικρότερες των δύο ορθών γωνίες
.
.
.
.
.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

.
χρόνια πολλά
.
σας εύχομαι
.
και
.
καλή Σαρακοστή !








































































.
.
.
signature
foteini
.
φανταστική ιστορία ...
.
.

Βρήκε ένα φόρεμα ριγμένο στο κρεβάτι της, απλωμένο πάνω στο πάπλωμά της, με τα μικρά, Σκωτσέζικα, κόκκινα καρρώ.
Εκείνη δεν είχε παραγγείλει φόρεμα !
Την έφταναν τα ρούχα που είχε. Παντελόνια κυρίως. Ζωρζέτες, λινά, βαμβακερά, χυτά παντελόνια, φαρδιά σα βράκες νησιώτικες, στενά που έλεγε πως την αδυνατίζουν, μαύρα κυρίως – μαύρο είν’ το αγαπημένο χρώμα της - , χακί παντελόνια à la Φιντελ Κάστρο με τσέπες και τσεπάκια δεξιά κι αριστερά, κι ένα σχεδόν μωβ φωτεινό, soie sauvage σαν τσαλακωμένο ύφασμα.
Ποιος είπε πως της χρειάζεται φόρεμα ;
Καινούργιο ρούχο !
Στην αρχή, το κοίταξε σχεδόν περιφρονητικά. Με απαρέσκεια. Έπειτα αδιάφορα.
Μπήκε και βγήκε πολλές φορές στο δωμάτιο που ήταν απλωμένο, το καινούργιο ρούχο.
Είχε τους λόγους της να νιώθει απογοήτευση. Απογοήτευση…
Δεν την έπαιρναν συχνά από κάτω οι καταστάσεις, μα έρχονταν ώρες και μέρες σαν κι αυτές, που έσπαγε. Και της έφταιγαν όλα.
Εσύ μακριά, σε ποιόν να τα πει, να ξεθυμάνει… σε ποιόν να τα πει, να τον ενδιαφέρουν… σε ποιόν να τα πει, να τη συμβουλέψει… σε ποιόν να τα πει, κι εκείνος να τα ακούσει με αγάπη ή έστω, με υπομονή…ποιος αλήθεια, ν’ αντέξει μαζί της στη φουρτούνα ; Έχει οριστικά πιά τελειώσει η υπομονή στους ανθρώπους.
Έτσι κι αυτή, ώρες ώρες σιχτιρίζει την καριόλα τη ζωή, έτσι ώρες ώρες την πιάνουν τα παράπονα και την παίρνει από κάτω.
.
Εδώ και μέρες κοιτάζει φουρτουνιασμένη το καινούργιο ρούχο.
Το κοιτάζει καχύποπτα, το γυρίζει μια απ’ εδώ, μια απ’ εκεί. Στραβομουτσουνιάζει ολοένα.
Τι να τα κάνει αυτή τα λούσα ;
Σκέψου, να γδυθεί τα χακί παλιοπαντέλονα που έσουρνε το καλοκαίρι μες τους καύσωνες , να στολιστεί με το καινούργιο φουστάνι, να καβαλήσει το πυροσβεστικό όχημα με τις μάνικες και ν’ αρχίσει να σουλατσάρει πάνω κάτω μερόνυχτα, στους λόγγους και τα βουνά.
Γελοίο. Τουλάχιστον γελοίο…
Έχει μια πίκρα στο στόμα της. Ξέρει καλά, πως άλλος κανείς δε θα βρεθεί να πάρει ένα ολόκληρο βουνό αγκαλιά.
Άλλος κανείς, το καλοκαίρι, δε θα ταϊσει τις μικρές αλεπούδες που κατεβαίνουν τη νύχτα. Άλλος κανείς δε θα φυλάει σκοπιά, μερόνυχτα άγρυπνος, αντίκρυ στη φωτιά που ζυγώνει.
Κι έχει ένα πείσμα στα μάτια της ...
Στο καινούργιο φουστάνι ξεσπάει.
Το κουβαριάζει πρώτα, έπειτα το κρεμάει στον ξύλινο καλόγερο, έπειτα παίρνει μια κρεμάστρα, το φοράει πάνω και μουτρωμένη το χώνει στην ντουλάπα.

Ένα πρωί,
που ο ήλιος ανέβηκε σε πεντακάθαρο χειμωνιάτικο ουρανό, κι οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους να πετάξουν τους χαρταετούς τους, εκείνη παίρνει σιγά σιγά την απόφαση να ακολουθήσει τους ανθρώπους.
Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Παρατηρεί πρώτα τη γύμνια της.
Έπειτα, βγάζει το καινούργιο φόρεμα απ’ τη ντουλάπα . Καθρεφτίζεται στον καθρέφτη και το φοράει.
Κατόπιν, βγαίνει με τους ανθρώπους στο δρόμο.

Αχ, άρχισαν να λένε τότε οι άνθρωποι, τι όμορφο είναι ετούτο το φόρεμα ! …
Τι όμορφο είναι ετούτο το καινούργιο φόρεμά σου ! ξαναέλεγαν οι άνθρωποι, την ζύγωσαν κι άρχισαν να της κουβεντιάζουν.
Αυτό είναι το ρούχο, που ταιριάζει σε σένα, είπαν οι γυναίκες και οι άντρες.
Κι εκείνη άκουγε με το κεφάλι χαμηλά.
Μια γριά άνοιξε δρόμο μέσα στο πλήθος κι ήρθε κουτσαίνοντας κοντά της.
Οι άνθρωποι έστεκαν κύκλο, ολόγυρα. Η γριά σήκωσε το μπαστούνι και φώναξε:
- εγώ είμαι μόνη μου εδώ ! όλοι σήμερα πετάνε τον αητό τους, όλοι με τα παιδιά και τους φίλους τους. εγώ εδώ, είμαι ολομόναχη !

τότε, η γυναίκα με το καινούργιο φόρεμα, ύψωσε δυνατά τη φωνή της, εκείνη τη φωνή, που σε σένα δεν άρεσε, και φώναξε
- κανείς δεν είναι μονάχος του εδωπέρα. Όλοι, εδώ είμαστε ! μην ξαναπείς πως είσαι μόνη σου ! είμαστε εδώ όλοι οι άνθρωποι μαζί !
τότε η γριά, πλησίασε κουτσαίνοντας, τη γυναίκα με το καινούργιο φόρεμα, την κοίταξε καλά στο πρόσωπο και της είπε
- τι όμορφα μάτια έχεις , παιδί μου ! ποτέ δεν ξαναείδα τόσο όμορφα μάτια ! είναι τα μάτια της καλοσύνης … ποτέ δεν είδα σε μάτια τόση καλοσύνη !
κι η γυναίκα με το καινούργιο φόρεμα, ντράπηκε, αχ, πόσο ντράπηκε…
πήρε κατ' ευθείαν το δρόμο μοναχή, να γυρίσει σπίτι της.
Κι εκεί γδύθηκε και κρέμασε με στοργή στην κρεμάστρα,
το καινούργιο της φουστάνι.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

.
http://tar.gr/forum/viewtopic.php?p=5363#5363

.




... ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ !







1st International street theatre festival - Kapnikarea square Athens Greece,

Oper(O) team performing Carmen.

Erifili Giannakopoulou, Dimitris Paksoglou, Nikolas Karagiaouris, Lito Messini, Eleni Sotiriou, Aggelos Hondrogianis, Leyteris Harellis.
Piano: Valerios Ismagilov.
.
.
.
.
.

εκπληκτικό video, καθώς και όλα τα συνημμένα βιντεάκια !

.

καλλιτέχνες της όπερας
στην αγορά της Valencia
παριστάνουν τους πωλητές
κι αιφνιδιάζουν το κοινό !
.
.



.

.
ζήτησα άδεια
και το αντέγραψα
από τον
.



Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

..
τόσο αληθινός
τόσο όμορφος
τόσο ευτυχισμένος
τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας τη νύχτα
.
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί

.
.
Jacques Prevert
.
.
.
.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

.


.
.
.
.




*οι 3 φωτογραφίες
είναι της Foteinis







.
.
.
.
.
.
.
.
... τα χατίρια,
όσα ποτέ
δεν σου έκανε κανείς
.
.
.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

.
Παρασκευή Αυγούστου
2009
.
κείμενο
με αύξοντα αριθμό επτά, οκτώ, εννέα
περί προδοσίας ανθρώπου ταϊσμένου στο στόμα με κουταλάκι.
μάζεψε τα δάκρυά σου.
στεγνά.
μήτε έξω σου, μήτε μέσα σου δάκρυα να κυλήσουν.
τίποτα δεν αξίζει, τα δικά σου ευλογημένα δάκρυα.
τίποτα.
.
.
.
.


Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

.
mikremoumozart,

πώς σ' έχει πάρει έτσι από κάτω ; !

τίποτα.

δεν υπάρχει τίποτα !
καιρός να φεύγεις...
.
τα βιβλία σου εσύ,
τη δουλειά σου,
τη σιωπή σου.
.
.
.
.


.
το σπίτι της Σοφίας Σ. ήταν στην Πλάκα.
οικογένειες έμεναν τότε στα πόδια του βράχου, σε κατοικίες μονόροφες ή διόροφες, κλασσικές, κεραμοσκεπείς ή με ταράτσα.
κοντά ήσαν τα σπίτια μας, κι οι μεγάλοι ανταλλάσανε συχνά επισκέψεις.
από κοντά κι εγώ...
ανάμεσα σ' όλο εκείνο το παιδομάνι - η οικογένεια Σ. είχε 6 παιδιά -, ήμουν το μικρότερο παιδί, και το κανακεμένο.
κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, πηγαίναμε με τα πόδια στο σπίτι τους κι ανεβαίναμε στην ταράτσα, για να δούμε το ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ !
αχ, πόσο μ' άρεσε το γαϊτανάκι !
όλα αυτά τα πολύχρωμα λιλιά, που κρέμονταν και στριφογυρνούσαν και μπερδεύονταν κι ύστερα πάλι ξεμπερδεύονταν !
.
και τι όμορφα,
αντί να γιορτάζουμε σήμερα στις γειτονιές το καρναβάλι με χορούς βραζιλιάνικους και γδύσιμο καλλονών, τι όμορφα να ξαναγυρίζει το παραδοσιακό ελληνικό γλέντι, με τα γαϊτανάκια και τους αρχαίους χορούς, του Διόνυσου !
.























































.
.
.
.
.
.


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

.

.
.
.
ο εκπληκτικός
παλιός
ελληνικός
κινηματογράφος ...
.
.
.
.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

.
mikrehazeadiorthotekaiilithiemozart,

μπορεί ένας άνθρωπος συγχρόνως να βρίσκεται σε δυό μεριές ; ε ; πες μου, μπορεί ; για πες ; τι έχεις να πεις τώρα ; μπορεί ; πόση ανοησία κουβαλάς πάνω σου,

mikrehazeadiorthoteoneiroparmenekaipanilithiemozart :(


ώρα είναι θαρρώ, να σε καταργήσω κι εσένα... :(
.
.
.
.
.
.
.
.


Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

.

.
.
.
.
πάνω σου να φέγγω ...
να σου φέγγω
.
.
.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

.
καλημέρα !
καλό μήνα Φλεβάρη !
.
.
.