Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

.
μικρές σκέψεις μεγαλόφωνες
κι ατάκτως ερριμμένες...

.

.
.

τη νύχτα στον ύπνο μου, είχα στο νου μου τον Ηρόδοτο (!)
- μπράβο βρε ! θα μού λεγαν οι φιλενάδες... -
.
.

.


.
ξύπνησα με βαρειά πούντα, όλο το αναπνευστικό κλειστό, με αρκετή αφωνία και ρίγη.
.
σκέ-
φτο-
μαι,
πως σε αυτή τη φάση, δεν έχει νόημα να διαβάζω γιά αποκλειστικά
προσωπική χαρά
ή
γιά αποκλειστικά προσωπική χρήση...
αυτό, στην περίπτωσή μου, θα εμπεριείχε ένα είδος "αυτισμού", κοινωνικής απομόνωσης και εγωϊσμού φυσικά !
.
... αφού εκείνο που γνωρίζεις να κάνεις, είναι να μεταδίδεις,

αφού 29 χρόνια τώρα, αυτή είναι η δουλειά μα και η ανθρώπινη κλίση σου,
εκπαίδευση ή κοινωνική δραστηριότητα - δοτικά συστήματα τα λειτούργησες -,
γιατί δεν συνεχίζεις να κάνεις το ίδιο ; τη δουλειά που σου αρέσει και που γνωρίζεις καλά ;
.
.
... μήπως,
να δοκιμάσω,
να πιάσω όμορφα πράγματα
ή χρήσιμα πράγματα,
να τα μεταφέρω γιά παιδιά ;
.
θα μ' άρεσε ;
.
μπορώ άραγε ;
.
είμαι ικανή άραγε να το κάνω ;
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
Σαχάρα - αμμόλοφοι - σοφή ιατρική των ιθαγενών της ερήμου.
.
Τα βιβλία είναι χρήσιμα γιά να γίνονται σκαλιά...
.
Ηρόδοτος.
.
Η υπέροχη Τοσκάνη.
.
Βουνό, με σχήμα πλάτη γυναίκας.
.
Karavaggio.
.
Ο νυχτερινός ουρανός στην έρημο !
.
.

.
"άσε με να σου μιλήσω γιά τους ανέμους...
είναι ένας άνεμος ..., οι φελλάχοι τον πολεμάν με μαχαίρια !

ο Ηρόδοτος γράφει γιά τον Σιμούν : ένας λαός του κήρυξε τον πόλεμο και βάδισε εναντίον του φορώντας πανοπλίες!"
.
.

.
Η καρδιά είναι όργανο της φωτιάς.
.
Εμείς (οι ανθρώπινες υπάρξεις) είμαστε οι αληθινές χώρες !
.

.
.


.
Gilf Kebir Swimmers
.

.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
χρόνια είχα να δω κάτι στην τηλεόραση...
έκανα μιά εξαίρεση απόψε, για τον "Άγγλο ασθενή".
με μάγεψε πάλι η ταινία.
.
.
βήχω σα σκυλί.
άρπαξα βαρειά πούντα.
.
.
ξημερώνει Κυριακή
.
το γελεκάκι που φορείς,
εγώ στό χω ραμμένο.
Κυριακές στο ραψα.
.
.
.
.
.
.
.
.
.


Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

.
πόση ακόμα παράταση γιά χάζεμα μπορώ να δώσω στον εαυτό μου ;
πόση μπορώ ;
και πόσο επιτρέπεται ;
εξαντλείται θαρρώ ο χρόνος μου...
έναν ολόκληρο σχεδόν μήνα κάθομαι ! πρωτοφανές γιά τη ζωή μου. εντάξει, δεν κάθομαι ακριβώς, μα δεν είμαι προσανατολισμένη και σε καμιά δουλειά...
.
η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πιά, αν θέλω να ξαναβγώ στο δρόμο... δεν είμαι πολύ σίγουρη...
λέω, μόνο αν ήταν να φτιάξω μιά δουλειά δική μου. όπως εγώ τη θέλω... εκείνη που σκέφτομαι... μα το βλέπω κι αυτό δύσκολο γιά το παρόν.
αλλιώς, μου φαίνεται ότι η ψυχή μου γουστάρει καλύτερα όπου μπορώ την έρευνα, και ό, τι έχει να κάνει με διαβάσματα και ίσως λίγα γραπτά...
γενικώς έχω χάσει στη δουλειά τον μπούσουλά μου.
"δουλειά είναι και το διάβασμα" λέω μέσα μου... μα μάλλον το λέω για να καθησυχάζω τον εαυτό μου.
.
φυσικά προς τα μέσα στρέφομαι ! πού αλλού ;! δεν υπάρχει έξω !
αυτό έχω μάθει να κάνω από πολύ μικρό παιδί. εκπαίδευση " προς τα μέσα "... από τότε που λέγαμε "χελιδόνια, πετάτε ψηλά !". από τότε. τα χελιδόνια πετούσανε ψηλά προς τα μέσα ! σε εσωτερική διεργασία ! κι έτσι τόφερε η ζωή, αυτό που με ενδιαφέρει να συνεχιστεί μέχρι σήμερα, σ' αυτά τα τελευταία πολλά χρόνια... χωρίς φυσικά να γνωρίζει κανείς, μήτε να φαντάζεται κανείς, σ' αυτήν τη διαδικασία πόσο γόνιμο και πρόσφορο έδαφος έτυχε να είμαι... ίσως χωρίς να έχει κανείς και πλήρη συναίσθηση της δύναμης της διαδραστικότητας, της παιδευτικής δουλειάς που έκανε και του σπόρου που φύτευε...
.
και τώρα ; τίποτα τώρα.
τώρα, ζωή ασάλευτη.
με υπερηφάνεια όπως πάντα, ώστε να μην προσθέτεις σε κανέναν το παραμικρό βάρος.
με ανθρώπινη ταπεινότητα όπως πάντα.
καιρό παλεύω να κρατήσω χαρακτήρα... άλλοτε φυσικά μπορώ κι άλλοτε όχι. τι να γίνει ; άνθρωποι είμαστε, όχι σίδερα...
.
.
πολύ κρύο κι απόψε.
έξω δε βρέχει πιά, όμως ο ουρανός έχει σύννεφα.
ο Πέπε κοιμάται στα πόδια μου.
χάζεψα όλη μέρα χαλαρά, μαγείρεψα, ήρθαν οι δίδυμοι να παίξουν με το σκυλί.
σηκώθηκα τώρα κι έκαμα ένα καυτό τσάϊ.
όλη μέρα, δεν είχα κέφι γιά κανένα διάβασμα. κι αύριο μέρα είναι.
κοντεύει μία.
.
.
.
.
.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

.
ciel de pluie, monpetitMozart.
temps froid.
soledad - absolu
à quoi bon, tout ce temps ? tout cet attachement ?
toute cet affection ?
et cette foi ?

.
"Cette chose toujours nouvelle
Et qui n'a pas changé
Aussi vraie qu'une plante
Aussi tremblante qu'un oiseau
Aussi chaude aussi vivante que l'été
".
.
:
je m' e et j' a mα s.
:
:
:
:
:

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

.
"ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. 12 βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην."
.
.
είναι λίγο, σα να ξαναρχίζω τη ζωή μου απ' την αρχή !
στο μέτρο φυσικά, που αυτό μπορεί να γίνει...
.
με ευχαριστεί που περιδιαβαίνω αρκετές ώρες και προσπαθώ να αποφασίσω τι θα κάνω. σκέφτομαι...
θέλω με κάτι ν' ασχοληθώ στα σοβαρά. να ξεκινήσω κάτι. να εφεύρω κάτι. να συνεχίσω κάτι. να ανακαλύψω κάτι. να δημιουργήσω κάτι. κάτι που να μ' αρέσει. να το αγαπάω. να με παθιάζει. να το κάνω με κέφι. όχι γιατί πρέπει, όχι γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, όχι γιατί με υποχρεώνει κανείς, όχι γιατί αυτό περιμένουν από μένα οι άλλοι, μα γιατί, αδερφέ, το θέλω, το γουστάρω, με θέλγει, με έλκει, θέλω , θέλω εγώ, να το κάνω.
.
δεν ξέρω ακόμα τι θα είναι αυτό...
ξεκουράζομαι και λίγο, κοιμάμαι λίγο πάρα πάνω, χαλαρώνω λίγο, έχω χρόνο, διαβάζω, διαβάζω...
έπιασα το ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ, την ΟΔΥΣΣΕΙΑ και την ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ, ταυτόχρονα.
κοντεύω να τελειώσω και τις ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Μάρξ - Έγκελς, αυτό το πάω αργά, σελίδα - σελίδα, λίγο πριν τον ύπνο.
.
μερικά πρωινά πάω ακόμα στο γραφείο, ως να αποδεσμευτώ εντελώς,
τις Τρίτες πάω Ιστορία, σε αυτό το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ από κάθε άποψη μάθημα,
τις Τετάρτες μάλλον σταματάω τη φιλοσοφία. ο δάσκαλος έχει γερό μυαλό, είναι τρυφερός, στοργικός, είναι αληθινός άνθρωπος και δάσκαλος, όμως αποφάσισα ότι ο Heidegger δεν μου πολυαρέσει και με κουράζει.
.
πού και πού βλέπω κανέναν φίλο,
ασχολούμαι καθημερινά με το σκυλί, που έχει τις ανάγκες του,
άρχισα να ασχολούμαι και λίγο, σα γυναίκα βρε αδερφέ, και με τον εαυτό μου, με το πρόσωπό μου, με τα μαλλιά μου, με κρέμες, με γαλακτώματα, με μολύβια, τέτοια τέλος πάντων...
ζωή ήταν αυτή, με τις νταλίκες, τις σκουπιδιάρες, τις μάνικες, τ' αλάτια το χειμώνα, τις νερουλιέρες το καλοκαίρι, εντάξει, δεν παραπονιέμαι, απλά μου αρέσει που μπορώ να αλλάξω τώρα λίιιιιιγο τη ζωή...
.
το βάθος αμετάλλαχτο ! ξερό κεφάλι. αδιόρθωτο.
.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

.
το να αφίνω αναπάντητα πράγματα εξαιρετικά σπουδαία,
σε κάποιες περιπτώσεις είναι αγωνία πολύ πιό μεγάλη
απ' όταν περιμένω απεγνωσμένα ένα σήμα καπνού, στην απέναντι κορφή.
.
έχει όμως σημασία, Εσύ να μην τα παρατάς.
να επιμένεις.
.

.
.
.
.
.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

.
αποφάσισα να φτιάξω τις βιβλιοθήκες... 6



Ακαθίστου μνήμης...



τέρμα η χαλάρωση των γιορτών, τέρμα η χαλάρωση γενικώς, 20 μέρες μετά την πρώτη του έτους μαζεύομαι πάλι στις δουλειές μου. στις αρχινισμένες δουλειές, που έχω παρατήσει στη μέση...
συνέχισα σήμερα με τις βιβλιοθήκες.
κατέβασμα, ψάξιμο τα χαρτιά ένα - ένα, πέταμα ή τακτοποίηση, ανάλογα...

βρήκα μικρούς θησαυρούς :
.
* ΦΥΤΟΛΟΓΙΟΝ ! πόσο πολύ μ' αρέσουν τα φυτολόγια ! εγώ τους τα φτιαχνα τα φυτά ... σπόρος - ρίζα - βλαστός - φύλλα - άνθος - καρποί - δέντρα
.




.
.

* φυλαγμένο ένα πρόχειρο του Νικόλα, ίσως από την τρίτη ή τετάρτη τάξη δημοτικού.
- "οι περιβολάριδες , οι βοσκοί και οι πεταλωτύδες ποίγαν..."
- φαίνωμαι, βιάζωμαι, συκόνωμαι( πανωλεθρία...)
.
στο ίδιο τετράδιο, βρήκα :
- τιμωρία γραμμένη 10 φορές : δε θα χαζεύω όταν παραδίδει η κυρία
-
τιμωρία γραμμένη 10 φορές : δεν θα παλεύω μέσα στην τάξη
και από κάτω ακριβώς
-
τιμωρία γραμμένη 10 φορές : δεν θα ξεχνώ τις τιμωρίες
- τιμωρία γραμμένη 20 φορές : δεν θα λέω άσχημα λόγια

10 φορές : γιορτάζω στις 6 Δεκεμβρίου

- τιμωρία γραμμένη 100 φορές : δεν θα τρέχω μέσα στην τάξη
- τιμωρία γραμμένη 20 φορές : δεν θα ξεχνώ τα βιβλία μου στο σπίτι
- τιμωρία γραμμένη 50 φορές : δεν θα μιλάω την ώρα του μαθήματος
- τιμωρία γραμμένη 50 φορές : θα είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου
- τιμωρία γραμμένη 45 φορές : δεν θα ξεχνώ τις εργασίες μου στο σπίτι
- τιμωρία γραμμένη 50; φορές : θα είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου (αντιλαμβάνομαι το λάθος μέτρημα...)
- τιμωρία γραμμένη 100 φορές : δεν θα ξεχνώ τα τετράδιά μου στο σπίτι
- τιμωρία γραμμένη 100 φορές : θα είμαι συνεπείς στις υπωχρεώσεις μου
- τιμωρία γραμμένη 50 φορές : δεν θα κάνω φασαρία, μέχρι να έρθει η κυρία
(κι αυτή η κυρία, γιατί αργούσε να πάει ;!)
. ..
.
και φυλαγμένες ζωγραφικές βρήκα !
.


.
άνθροπος
.

.
καιμπόις (!)
.
.
.
.

. .
* βρήκα φυλαγμένες όλες τις προσκλήσεις γλεντιού, με το πέρας των πανελληνίων και το κλείσιμο των βαθμολογικών κέντρων. στην πρόσκληση, εκτός απ' το κάλεσμα, τον χάρτη γιά το εκάστοτε μαγαζί που θα πηγαίναμε και το μενού αναλυτικά, δυό σελίδες συνημμένοι στίχοι, που τους έγραφα με το χέρι, σχεδόν κάθε χρόνο.
"έζησα τις ακρίδες και τη δίψα
και τα τραχιά
στις αρμοσιές τους δάχτυλα
χρόνους τακτούς, όσους η Γνώση ορίζει

Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ' απύθμενα
με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας νύχτες και νύχτες το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση..." . .
.
.
.
.
* βρήκα το βιβλιαράκι μου, δημοσιευμένο απ' το Π.Ε.Κ. της Αθήνας.
"LA VIDEO support de l' enseignement et de l' apprentissage" (technique au service des besoins langagiers)
"ACTES DE LANGUAGE"
. .
.
.
.
.
* τις πολύ σπουδαίες σημειώσεις, γιά την pédagogie différenciée !
έχω συναίσθηση το πόσο πολύ μου άρεσε αυτή η εκπαίδευση, της "διαφοροποιημένης παιδαγωγικής" ! την ρούφηξα στην κυριολεξία. PRENDRE EN COMPTE LA SPECIFITE DE CHACUN !
.
εκτός απ' την όλη μέθοδο, υπάρχουν και βασικοί, απλοί κανόνες :

1. sécurisation affective

2. estime - confiance en soi
3. stabilité cognitive
.
.
.
.
.
.
είδα στον ουρανό ένα καθαρό, στρογγυλό φεγγάρι απόψε.
και ξαστεριά ! τα αστέρια στον ουρανό του Γενάρη είναι λαμπερά σα δεν έχει σύννεφα, και φέγγουν δυνατά.
.
δεν ξέρω αν ποτέ θα σβύσει αυτός ο ενεστώς από μέσα μου.
δεν παραπονούμαι. επιλογή μου είναι. και περηφάνια μου. μόνο, λέω απλά, δίχως πολλές κουβέντες, ότι ο ενεστώς είναι χρόνος οδυνηρός.
.
.
.
.
.
.

. . .


Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

.
signature
foteini

.

.
δεν στό χει ποτέ πει, μα εκεί μέσα βαθειά, κατεβαίνοντας τα εννιακόσια είκοσι ένα ακριβώς σκαλοπάτια, θα βρείς να κείτεται ένα πολύ παλιό πηγάδι.
στο βάθος, στο παλιό πηγάδι, κυλάει ακόμα ατίθασα, γοργά ο ξακουσμένος ποταμός !
έτσι είναι !
ίσως να νιώσεις έπειτα απ' αυτό, γιατί εκείνη ζει αλλοπαρμένα...
γιατί, προτού την πάρεις Εσύ σύντροφο, στου κόσμου το ατέλειωτο ταξίδι, την έπαιρνε ο ποταμός στα παιδικά της όνειρα και την ταξίδευε.
την πήγαινε πέρα μακριά το μεγάλο ποτάμι. την πέρναγε από δρόμο ιερό, την έβγαζε σε καλαμιές ανάμεσα και σε Αττικούς κάκτους, πλάϊ σε κυρά θλιμμένη, αμίλητη, καθιστή σε καρέκλα περίτεχνη.
πλάϊ σε ωραίο ταύρο μαινόμενο την έβγαζε ο ποταμός, και στον παλαιό μας Άη - Δρουγγάρη, το παλληκάρι, ός "εγένετο επί Τεισάνδρο άρχοντος" .
εκεί, όπου είχαν μες τη λάσπη τις παράγκες τους οι τεχνίτες του ταπεινού πηλού και οι αγιογράφοι αγγείων ερυθρόμορφων.
.
δεν στό χει πει ποτέ, μα την νανούρισε το ποτάμι !
τραγούδια και κελαριστές μουσικές της έμαθε. και τα συρίγματα του νερού, σαν διαπερνά τις φλέβες της γης. και ιστορίες αλαφροίσκιωτες τα βράδια στις όχθες του άκουγε, όταν ήταν παιδί.
.
στου πηγαδιού τον ασώματο πάτο, μόλις κατέβει σκαλοπάτια εννιακόσια είκοσι ένα, κοιτάζει πάντα - ως σήμερα -, το αρχαίο νερό ατίθασα, γοργά να τρέχει.
.
.
.
.
.
.
.
.
αισθάνομαι λίγο αδιάθετη.
κι απογοητευμένη. απ' όλα.
.
προσπαθώ, δε λέω... προσπαθώ σ' όλα μέσα να είμαι, προσπαθώ να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου σ΄αυτή τη νέα φάση της ζωής.
συναντώ πιά λίγους, ελάχιστους ανθρώπους-από εκείνους που εγώ θέλω.
με παίρνουν διάφορα τηλέφωνα, με καλούν κάθε μέρα να είμαι εδώ κι εκεί και πάρα κει.
δεν έχω κέφια. δεν πηγαίνω σχεδόν πουθενά.
έζησα πολλά χρόνια έξω απ' το σπίτι, με ζέστη και με κρύο, μέρες και νύχτες παλεύοντας έξω στους δρόμους.
καλά είναι στο σπίτι. έχω την ησυχία μου, θα δούμε πάλι μέχρι πότε...
.
πριν λίγες μέρες είδα ένα βράδυ στο όνειρό μου, το νονό μου. με κοίταζε χαμογελαστός.
- είσαι καλά , νονέ ; τον ρώτησα.
προχτές είδα στον ύπνο μου τη νονά μου. όμορφη ήταν. ήρθε και με πήρε αγκαλιά.
χτες βράδυ, την είδε πάλι στον ύπνο του το παιδί.
ίσως κάτι χρειάζονται οι ψυχές.
αν μπορέσω, την Παρασκευή να φτιάξω ένα κόλλυβο.
.
,
.
.
.

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

.
φυσικά ξέρω πως το έχω αναρτήσει ξανά !
απλά, μου αρέσει τόσο πολύ, επί τόσα πολλά χρόνια,
που δικαιούμαι, λέω, να το δημοσιεύσω απόψε,
διαβάζοντάς το πάλι ...

. .

Γιάννης Ρίτσος
.
.
Εαρινη Συμφωνια
.
Αγάπη, αγάπη, δε μού 'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.
.
Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.
Τι ν' απαντήσω, αγάπη;
.
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του "αδέσμευτου".
Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
"Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα".
.
Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.
Τις νύχτες του έαρος που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά 'ρθεις, αγάπη.
.
Γι' αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, αγάπη.
Όταν περιπλανιόμουν στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.
.
Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.
.
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.
.
Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.
.
.
.
* Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
.
.

* Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου
.
.
* Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα
.
.
* ... που δε με συλλογίστηκες, αγάπη
.
.
* Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα
.
.
* μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
.
.
.

.
.
.
.
.
όλο το απόγευμα
έβλεπα απ' το τζάμι να πέφτει πυκνό χιονόνερο...
γερή παγωνιά...
.
όμορφος που είναι ο χειμώνας !
.
.
.
.
.



.
Alphonse de Lamartine
.
Objets inanimés, avez-vous donc une âme
Qui s'attache à notre âme et la force d'aimer?
.
.
.
.
.
.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

.
"έργο" φίλων αγαπημένων, που περιμέναμε αυτές τις μέρες, δεν κυκλοφόρησε. ή μάλλον κυκλοφόρησε και ξε-κυκλοφόρησε αμέσως...
αυτό συμβαίνει όταν σημαντικά πράγματα είναι αφημένα στα χέρια κερδοσκόπου - καιροσκόπου, να τα διαχειρίζεται κατά την βούληση, το συμφέρον και τη μούρλια του.
"θέσε, Κύριε, στο στόμα μου φυλακή και πόρτα γύρω από τα χείλη μου" (141 ψαλμός Δαβίδ)
ή
ερμηνεία κατά λαμπρόν Ανδρέαν Κάλβον
"
Βάλε Κύριε φυλακήν εις το στόμα μου, και κράτησον την θύραν των χειλέων".
ας μην πω τίποτε άλλο,
κι έχω πιεί και μερικά ρακόμελα...
.
η Άσπα έφερε γαλλική μουσική σε ωραία αραβικήν απόδοση.
αν προλάβω αύριο, θα κατεβάσω μερικά τραγούδια - αν τα βρω.
.
καθίσαμε στην κουζίνα και ήπιαμε ρακόμελα.
έφτιαξα προχτές μιά μποτίλια. απλά, όταν θες, το ζεσταίνεις και το πίνεις.
.
έφτιαξα δοκιμαστικά και ένα μικρό album με φωτό, στο flickr.
δεν είναι τίποτα σπουδαίο, μιά δοκιμή είναι, μα λέω να το αναρτήσω και σιγά σιγά να αρχίσω να οργανώνω φωτογραφίες.
.
αυτά mikremouMozart.
mikremouMozart, ίσως κάποτε τα πράγματα να παν καλύτερα.
.
δώδεκα και πενήντα επτά. ας πάμε γιά ύπνο νωρίς απόψε.
καληνύχτα.
.
.
.
.
.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

.
κρυώνω πολύ. κάθομαι στο γραφείο και το σκυλί ξάπλωσε και κοιμάται κάτω, στα πόδια μου. μου κρατάει ζεστασιά. μιά φοβερή βροντή ακούστηκε. θα πρέπει νάπεσε κάπου εδώ κοντά. ακούω έξω δυνατό τον θόρυβο της βροχής που πέφτει.
σι, συ, σι, συ.
.
είχα διάφορες συζητήσεις με κόσμο σήμερα.
οι καινούργιοι δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά. δεν έχω συναντήσει πιό άσχετους ανθρώπους...
έχω ήδη από σήμερα στα χέρια μου μιάν εγκύκλιο, με την οποία εντέλλομαι να συνεχίσω να λειτουργώ στη θέση μου, ως "υπηρεσιακός", ως να οργανωθούν αυτοί !
απίστευτο ! δεν μπορούν να γίνονται αυτά τα πράγματα... απίστευτα μου φαίνονται.
δοκίμασα σήμερα να "περάσω" απ' το συμβούλιο ένα ουσιώδες θέμα που οι ίδιοι μου ζήτησαν.
οι μισοί απ' αυτούς δεν ήρθαν, κι αυτός που ήρθε δεν ψήφισε το θέμα που τους αφορά !
θα παραλοϊσω...
κανονικά αύριο, θάπρεπε να τους πάρει ο διάβολος τα κεφάλια, μα δεν έχω όρεξη τούτην την εποχή.
εκείνο που με ανησυχεί, είναι πόσο χρόνο θέλουν άραγε ως να οργανωθούνε. σε πόσο χρόνο δηλαδή θα ξεμπλέξουμε...
οι ίδιοι λένε δυό μήνες, μα εγώ έμαθα ίσως και έξι... τέτοια απίθανα πράγματα...
δεν μπορώ να δουλέψω σε τέτοιες συνθήκες φυσικά. δεν μπορώ να δουλέψω με ηλιθίους, μήτε με ανθρώπους κακούς και κομπλεξικούς. δεν έχω και λόγο να το κάνω... θα δούμε πώς θα εξελιχτεί το πράγμα...
.
τα βράδια διαβάζω την αλληλογραφία των Μαρξ και Ένγκελς, που είχαν επί περίπου 10 χρόνια, αν θυμάμαι καλά.
έχει ενδιαφέρον να βλέπεις τις διεργασίες στο ξεκίνημα της κομμουνιστικής θεωρίας, τις θεωρητικές διαφορές τους κυρίως με τον Πρυντόν (που τον στολίζουν με θυμό και μανία), κι ακόμα έχει ενδιαφέρον, να σκέφτεσαι το πώς εξελίχθηκαν όλ' αυτά, τόσα χρόνια μετά, έπειτα από την παγκόσμια εμπειρία...
.
.
.
μέσα σ' όλα, βρήκα και πράγματα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, που γράφει ο Κακριδής στην εισαγωγή της Οδύσσειας, κι έχουν να κάνουν με την μετάφραση - απόδοση των Ομηρικών έργων :
.
"γιά την απόδοση του Ομηρικού σύνθετου η προσπάθεια αρχίζει με τον Πολυλά κιόλας.

η γλώσσα μας έχει ευτυχώς κρατήσει μέσα στους αιώνες τη θαυμαστή πλαστικότητά της, και η σύνθεση δε δυσκολεύει, έξω από ορισμένες περιπτώσεις.
η γλωσσοπλαστική δύναμη του Πάλλη αργότερα μας χάρισε όχι λίγα νεοελληνικά σύνθετα, που θα ήταν αμαρτία να μην τα κρατήσουμε κι εμείς.
στου Εφταλιώτη και στου Σίδερη, αντίθετα, δεν έχουμε στο σημείο αυτό καμιά σημαντική πρόοδο.
πόση δουλειά είχε να γίνει ακόμα το καταλάβαμε οι δυό συνεργάτες, όταν ανατρέχοντας σε υστερότερα μεσαιωνικά και σε νεοελληνικά κείμενα βρήκαμε έτοιμα όχι λίγα σύνθετα, πιστή θαρρείς απόδοση των Ομηρικών.
...................................
.
ότι στου Ομήρου το προσωπικό ύφος, ανακατώνονται στοιχεία παραδοσιακά και λαϊκά, είναι κάτι που μόλις στα τελευταία χρόνια κατόρθωσε να πιστοποιήσει και να αξιολογήσει η έρευνα.
δεν μπορούμε λοιπόν να κατηγορήσουμε τον Πάλλη, αν πριν από 60 χρόνια τόνισε το προσωπικό ιδιαίτερα στοιχείο.
αντίθετα, ο Εφταλιώτης και ο Σίδερης ζήτησαν να φέρουν την Οδύσσεια πολύ πιό κοντά στο ανώνυμο λαϊκό τραγούδι απ' ό, τι έπρεπε.
....................................
.
ενδεικτικά αναφέρω και άλλα προβλήματα, που τη λύση τους από τους διάφορους μεταφραστές του Ομήρου θα έπρεπε να την αξιολογήσει η κριτική :
.
- αντικατάσταση του αρχαίου ηρωϊκού μέτρου με τον παραδοσιακό μας δεκαπεντασύλλαβο (Πολυλάς, Πάλλης, Εφταλιώτης, Σίδερης), ή με δεκαεφτασύλλαβο (Καζαντζάκης - Κακριδής), ή με απομίμηση του δαχτυλικού εξαμέτρου (Ποριώτης) ;
.
- διατήρηση των όρων που εκφράζουν στοιχεία της αρχαίας ζωής, ανύπαρχτα σήμερα, ή ανανέωσή τους ;
.
- διατήρηση της μεγάλης ποικιλίας της Ομηρικής γλώσσας και στη μετάφραση, ή επιβολή ενός αυστηρά καθορισμένου τυπικού της νεοελληνικής ;"
.
.
.
δεν ήξερα τι ωραία ζητήματα θέτει η μετάφραση του Ομήρου !
.
.
.
... κι έπειτα,
σκέφτομαι, πώς είν' φτιαγμένα τα ανθρώπινα...

γιά δες ! ώστε, όλα έχουν μιάν αρχή κι ένα τέλος !
γηράσκω αεί διδασκόμενη ...
.
"je m' enf et j' av ma s."

.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

.
κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια...
.
signature
foteini
.
.
Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ δεν ξέρω τίνος ΚΑΡΑΒΙΟΥ
και μακάρι νάξερα ποιανής στεριάς...
.
εντάξει, η περίοδος αυτή, μου είναι γενικά δύσκολη. αυξημένης δυσκολίας δηλαδή...
ίσως δεν είναι ευδιάκριτο (απ' τον τρόπο μου) ή έστω, όχι εύκολο να το κατανοήσεις, αλλά έτσι είναι. είναι περίοδος αυξημένης δυσκολίας.
λάβε υπ' όψιν σου (το "λάβε υπ' όψιν σου" είναι ένα υποθετικό σχήμα συζήτησης και προσωπικής μου παρηγορίας, γιά να μην παραμιλάω μονάχη μου, αφού εσύ ασχολείσαι πιά αλλού), λάβε υπ' όψιν σου ότι εδώ και μία βδομάδα "κάθομαι".
η λέξη "κάθομαι", μου ήταν ως τώρα λέξη άγνωστη, εντελώς άγνωστη, στο μυαλό μου, στη λογική μου, στη νοοτροπία και την ιδιοσυγκρασία μου.
δεν είμαι έτσι μαθημένη. να κάθομαι.
την έννοια αυτή, ως τρόπο ζωής, την απορρίπτω.
.
πέρασαν πολλά χρόνια βαριά φορτωμένα.
πέρασαν πολλά χρόνια σε στράτευση...
ΑΣΚΗΤΙΚΗ στράτευση, συνειδητή κι αδιάκοπη.
κάθε άνθρωπος κάπως είναι... εγώ είμαι έτσι. φτιαγμένη στρατιώτης. θηλυκός στρατιώτης, γυναίκα στρατιώτης, η Cle έλεγε στρατηγός, όμως δεν είναι έτσι, απλός στρατιώτης, διαρκώς μάχιμος.
τι να λέμε τώρα ;
πέρασαν έτσι πολλά χρόνια. για την ακρίβεια εικοσιεννέα στις διάφορες υπηρεσίες κι ακόμα νωρίτερα στο δρόμο.
παιδί κράμα του δρόμου και της noblesse de l' ame - αν μπορείς να εννοήσεις -.
συνειδητά παιδί του δρόμου (μαθήτευσα εκεί στα φοιτητικά μου χρόνια), αλήτις (η αλήτις) γεννημένη στο Πασσαλιμάνι - εξ αυτού, ένα είν' το χρώμα !-, μεγαλωμένη στου Ψυρρή, κουτσαβάκι κι αντράκι μ' όλη τη σημασία της λέξης, και θηλυκό μ' όλη τη σημασία της λέξης, επίσης.
.
δεν υπάρχει λόγος να κουβεντιάσω τώρα γιά τις δουλειές που έκανα μες τον καιρό, το μόνο που θέλω να αναφέρω είναι η λέξη "
workalcoholic". αυτό ήταν γιά μένα η μισή μου ζωή, η δουλειά.
από οχτώ - δέκα ως και είκοσι ώρες την ημέρα τα τελευταία αρκετά χρόνια, παιδί γιά όλες τις δουλειές...
πάνω στους καναπέδες που κουβεντιάζαμε κοιμώμουνα, μες στα λεωφορεία, στα ταξί, πάνω σε γραφεία, μες σε πυροσβεστικά οχήματα και σε ελαφριές σκουπιδιάρες...
τι να λέμε τώρα ;
.
αρχίζεις λίγο να καταλαβαίνεις ότι πρέπει σύντομα να επαναπροσδιορίσω τη ζωή μου ;
.
ξαφνικά, καταργήθηκε ο χρόνος !
δεν πρέπει το βράδυ υποχρεωτικά να κοιμηθώ, δεν πρέπει το πρωί υποχρεωτικά να ξυπνήσω, έβαλα ξάφνου το ρολόϊ στην άκρη και περιέπεσα σε βαθιά ερωτηματικά...
.
χρειάζεται σύντομα να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου.
.
ψάχνω έναν τόπο κι ένα χρόνο !
και δεν αντέχω να κάθομαι...
.
σκέφτομαι να ανοίξω ένα μαγαζί, να δουλέψω όσο μπορώ, πάνω στον πολιτισμό.
έχω μιάν ιδέα στο μυαλό μου, κάτι εντελώς συγκεκριμένο, κάτι που τόχω σκεφτεί εξονυχιαστικά, κάτι που μ' αρέσει και που μάλλον μπορώ να το κάνω.
δεν υπάρχει όμως κεφάλαιο, δεν περισσεύουν φράγκα κι η αγορά αυτήν την εποχή δεν είναι κι εύκολη...
.
έπειτα σκέφτομαι μήπως φύγω. να πάρω το σκυλί και να πάω να ζήσω στο "κελί".
να κάνω αγροτικές δουλειές (θα μάθω !), κι ότι δουλειά προκύψει. να διαβάζω. να διαβάζω.
.
έπειτα σκέφτομαι μήπως πάω να ζήσω "στο νησί".
να καλλιεργήσω τον κηπάκο, να ψάξω τα ιστορικά αρχεία, να κάνω έρευνα, να γυρίζω τα χωριά και να μαζέψω πληροφορίες για την παλιά ζωή τους, που έτσι κι αλλιώς μ' αρέσει ν' ακούω.
.
και τις κοινωνικές - ιεραποστολές στην Αφρική σκέφτομαι, από τότε που μου ανοίχτηκε ένας κάποιος δρόμος...
.

.
i can't take my eyes of you
.
κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια...

στα σκοτάδια...
.
.
.
.
.
.
εδώ λοιπόν στα κατασκότεινα,
σήκωσα γιά λίγο το κεφάλι ψηλά
κι έμεινα κατάπληκτη απ' την ομορφιά του ουρανού !

.

ο αποσπερίτης φωτεινός δίπλα
.
.
φεγγάρι μάγια μούκανες, ξαπλωτό σαν νύχι λεπτό

.
.
.
.
.
.
είχα φυτέψει μιά πορτοκαλιά
.
που τηνε ζήλευε όλη η γειτονιά
.

.
"κελί", πάει να πει εσύ κι η πορτοκαλιά
.


εσύ κι οι ελιές

.
εσύ και τα κίτρινα χωνάκια

.

.
οι άγουρες ακόμα βρούβες

.

.
μπουμπούκια οι άγριες ορχιδέες

.
.
esthète
μανουσάκια



"κελί", πάει να πει θάλασσα τα τριφύλλια


.
η Οδύσσεια ξαναγραμμένη
από τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Ιωάννη Κακριδή,
ένα μολύβι, μιά ξύστρα, ένα τετράδιο Gaudi

.
.
το σκυλί, να ακολουθεί ένα ένα τα βήματά σου

.

.
είδα τον ήλιο σήμερα να βυθίζεται στο νερό



.
είδα και το γαλάζιο του ουρανού

.
.
.
.
.
.
.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

.
γιά κοίτα ! υπάρχουν ακόμη αστέρια στον ουρανό !
.
εδώ λοιπόν στα κατασκότεινα, σήκωσα γιά λίγο το κεφάλι ψηλά κι έμεινα κατάπληκτη απ' την ομορφιά του ουρανού ! λες κι είχα γιά καιρό ξεχάσει τ' αστέρια και την ομορφιά τους !
φεγγάρι μάγια μούκανες, ξαπλωτό σαν νύχι λεπτό, ο αποσπερίτης φωτεινός δίπλα, πιό νότια η Άρκτος, κοντά η Κασσιώπη που αγαπώ.
ο έναστρος ουρανός του Καντ πάνω μου, η συνείδηση μέσα μου μικρό περιστέρι.
γιά κοίτα ! υπάρχουν ακόμη τ' αστέρια στον ουρανό !
εξαίσια είναι εδωπέρα, στην ερμιά.
άλλοτε, τούτο το μέρος τόλεγα "το κελί".
"το κελί", πάει να πει εσύ κι η πορτοκαλιά, εσύ κι οι ελιές, εσύ και τα κίτρινα χωνάκια, οι άγουρες ακόμα βρούβες, οι μικρές άγριες ορχιδέες, εσύ κι ο λόφος απέναντι γεμάτος ανεμώνες.
"το κελί", πάει να πει θάλασσα τα τριφύλλια, esthète μανουσάκια, η Οδύσσεια ξαναγραμμένη από τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Ιωάννη Κακριδή, ένα μολύβι, μιά ξύστρα, ένα τετράδιο Gaudi, το σκυλί, να ακολουθεί ένα ένα τα βήματά σου.
.
είδα τον ήλιο σήμερα να βυθίζεται στο νερό. είδα πέρα, στα περβόλια καπνό αναθρώσκοντα, μιά animula πορτοκαλί με καφέ και μιά animula λευκή να παιζογελούνε, είδα και το γαλάζιο του ουρανού. άκουσα έναν κόκορα να λαλεί.


.
.
.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

.
Γιώργος Σεφέρης
.
.
.
.
Φωτι
ς το ϊ-Γιάννη

μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δν μπορε ν᾿ λλάξει
δν μπορε ν γίνει τίποτε.
χυσαν τ μολύβι μέσα στ νερ κάτω π τ᾿ στέρια κι ς νάβουν ο φωτιές.

ν μείνεις γυμν μπροστ στν καθρέφτη τ μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τν νθρωπο ν περν στ βάθος το καθρέφτη
τν νθρωπο μέσα στ μοίρα σου πο κυβερν τ κορμί σου,
μέσα στ μοναξι κα στ σιωπ τν νθρωπο
τς μοναξις κα τς σιωπής
κι ς νάβουν ο φωτιές.

Τν ρα πο τέλειωσε μέρα κα δν ρχισε λλη
τν ρα πο κόπηκε καιρός
κενον πο π τώρα κα πρν π τν ρχ κυβερνοσε τ κορμί σου
πρέπει ν τν ερεις
πρέπει ν τν ζητήσεις γι ν τν ερει τουλάχιστο
κάποιος λλος, ταν θά χεις πεθάνει.

Εναι τ παιδι πο νάβουν τς φωτις κα φωνάζουν μπροστ στς φλόγες μέσα στ ζεστ νύχτα
(Μήπως γινε ποτς φωτι πο ν μν τν ναψε κάποιο παιδί, ρόστρατε)
κα ρίχνουν λάτι μέσα στς φλόγες γι ν πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενά μας κοιτάζουν ξαφνικ τ σπίτια, τ χωνευτήρια τν νθρώπων, σν τ χαϊδέψει κάποια
νταύγεια).

Μ σ πο γνώρισες τ χάρη τς πέτρας πάνω στ θαλασσόδαρτο βράχο
τ βράδυ πο πεσε γαλήνη
κουσες π μακρι τν νθρώπινη φων τς μοναξις κα τς σιωπς
μέσα στ κορμί σου
τ νύχτα κείνη το ι-Γιάννη
ταν σβησαν λες ο φωτιές
κα μελέτησες τ στάχτη κάτω π τ᾿ στέρια.

Λονδίνο, ούλιος 1932

.

[Προμετωπίδα σ μι ντιγραφ τν «δν»]

«Θλίβει καπνς τ διάστημα γαλάζιον τν έρων»- διαβάζω
Κάλβο, πο τύπωσε στ 26 κα τν γνωρίσαμε στ 88·
κα πο μεινε ξομολόγητος στ γεροντάματα, σν να «ραγισμένο βάζο»,
στ χέρια μις γρις γγλέζας δασκάλας, σύμβολο κατάλυτο κα φριχτ

γι σους πιμένουν ν γράφουν στίχους πρόζα πο κανες δν καταλαβαίνει,
κα γυρεύουν ν δοξαστον, ο τυχάρπαστοι, π τος λογάδες κα τος σοφούς,
ν θ νά ταν χίλιες φορς προτιμότερο, κα τέχνη πολ πι ετυχισμένη,
ν πήγαιναν στν κάλη ν μαζεύουν κούμαρα, στ Γλυφάδα ν ψαρεύουν ροφούς.

Τράνσβααλ, 11. 12. 1941

.

τόπος μας εναι κλειστός

« τόπος μας εναι κλειστός, λο βουν πο χουν σκεπ τ χαμηλ οραν μέρα κα νύχτα. Δν χουμε ποτάμια δν χουμε πηγάδια δν χουμε πηγς μονάχα λίγες στέρνες, δειες κι᾿ ατές, πο χον κα πο τς προσκυνομε. χος στεκάμενος κούφιος, διος με τ μοναξιά μας διος με τν γάπη μας, διος με τ σώματά μας. Μς φαίνεται παράξενο πο κάποτε μπορέσαμε ν χτίσουμε τ σπίτια τ καλύβια κα τς στάνες μας. Κι᾿ ο γάμοι μας, τ δροσερ στεφάνια κα τ δάχτυλα γίνουνται ανίγματα νεξήγητα γι τ ψυχή μας. Πς γεννήθηκαν πς δυναμώσανε τ παιδιά μας;
τόπος μας εναι κλειστός. Τν κλείνουν ο δυ μαρες Συμπληγάδες. Στ λιμάνια τν Κυριακ σν κατεβομε ν᾿ νασάνουμε βλέπουμε ν φωτίζουνται στ λιόγερμα σπασμένα ξύλα π ταξίδια πο δν τέλειωσαν σώματα πο δν ξέρουν πι πς ν᾿ γαπήσουν».
(Α. Πέτρα)

.

Μαθις Πασχάλης νάμεσα στ τριαντάφυλλα

Καπνίζω χωρς ν σταματήσω π᾿ τ πρω
ν σταματήσω τ τριαντάφυλλα θ μ᾿ γκαλιάσουν
μ᾿ γκάθια κα μ ξεφυλλισμένα πέταλα θ μ πνίξουν
φυτρώνουν στραβ λα μ τ διο τριανταφυλλ
κοιτάζουν περιμένουν ν δον κάποιον δν περν κανες
πίσω π᾿ τν καπν τς πίπας μου τ παρακολουθ
πάνω σ᾿ να κοτσάνι βαριεστισμένο χωρς εωδιά,
στν λλη ζω μία γυναίκα μο λεγε μπορες ν᾿ γγίξεις
ατ τ χέρι
κι εναι δικό σου ατ τ τριαντάφυλλο εναι δικό σου
μπορες ν τ πάρεις
τώρα ργότερα, ταν θελήσεις.

Κατεβαίνω καπνίζοντας λοένα, τ σκαλοπάτια
τ τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ρεθισμένα
κι χουνε κάτι στ φέρσιμό τους π᾿ τ φων
στ ρίζα τς κραυγς κε πο ρχίζει
ν φωνάζει νθρωπος: «μάννα» «βοήθεια»
τς μικρς σπρες φωνς το ρωτα.

Εναι νας μικρς κπος λο τριανταφυλλις
λίγα τεραγωνικ μέτρα πο χαμηλώνουν μαζί μου
καθς κατεβαίνω τ σκαλοπάτια, χωρς οραν
κι θεία της λεγε: «ντιγόνη ξέχασες σήμερα τ γυμναστική σου
στν λικία σου δ φοροσα κορσ στν ποχή μου».
θεία της ταν να θλιβερ κορμ μ᾿ νάγλυφες φλέβες
εχε πολλς ρυτίδες γύρω στ᾿ ατι μία τοιμοθάνατη μύτη
λλ τ λόγια της ταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Τν εδα μία μέρα ν γγίζει τ στθος τς ντιγόνης
σν τ μικρ παιδ πο κλέβει να μλο.

Τάχα θ τ συναπαντήσω τ γρι γυναίκα τσι πο κατεβαίνω;
Μο επε σν φυγα: «Ποις ξέρει πότε θ ξαναβρεθομε»
κι πειτα διάβασα τ θάνατό της σ παλις φημερίδες
τ γάμο τς ντιγόνης κα τ γάμο τς κόρης τς ντιγόνης
χωρς ν τελειώσουν τ σκαλοπάτια μήτε καπνός μου
πο μο δίνει μία γέψη στοιχειωμένου καραβιο
μ μι γοργόνα σταυρωμένη τότες πο εταν μορφη, πάνω στ τιμόνι.
Κορυτσά, καλοκαίρι 37

.

Μέρες Γ 16 πρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940

[ΑΘΗΝΑ-1977-ΙΚΑΡΟΣ]

Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δυ τ πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στς τρες κα μισ μία φων μέσα π τ τηλέφωνο μ ξύπνησε: «χουμε πόλεμο». Τίποτε λλο, κόσμος εχε λλάξει. αγή, πο λίγο ργότερα εδα ν χαράζει πίσω π τν μηττό, ταν λλη αγή: γνωστη. Περιμένει κόμη κε πο τν φησα. Δν ξέρω πόσο θ περιμένει, λλ ξέρω πς θ φέρει τ μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι φυγα μέσως.

Στ πουργεο Τύπου δυό-τρες πάλληλοι. Γκράτσι εχε δε τν Μεταξ στς τρες. Το δωσε μία νότα κα το επε πς στς 6 τ ταλικ στρατεύματα θ προχωρήσουν. πρόεδρος το ποκρίθηκε πς ατ σοδυναμε μ κήρυξη πολέμου, κα ταν φυγε κάλεσε τν πρέσβη τς γγλίας. μέσως μετ τν Νικολούδη στ πουργεο ξωτερικν. πρόεδρος ταν μέσα μ τν πρέσβη τς Τουρκίας.

Στ γραφεο το Μαυρουδ, Μελς γραφε σπασμωδικ να τηλεγράφημα. Μαυρουδς μέσα στ παλτό του σν να μικρ σακούλι. Διάβασα τ νότα το Γκράτσι. Γάφος κι Παπαδάκης τηλεφωνοσαν. Καθς τοίμαζα τ τηλεγράφημα το θηναϊκο πρακτορείου, μπκε Τορκος πρέσβης γι ν δε τ νότα κα σ λίγο πρόεδρος μ ψη πολ ζωντανή.

πειτα ρχισαν ν φτάνουν ο πουργοί, χλωμο περισσότερο λιγότερο, καθένας κατ τν κράση του. Τ πουργικ συμβούλιο κράτησε λίγο. Μεταξς πγε μέσως στ γραφεο του κι γραψε τ διάγγελμα στ λαό. Τ πήραμε κα γυρίσαμε στ πουργεο τύπου. Μέσα π τ τζάμια το ατοκινήτου, αγ μ᾿ να παράξενο μυστήριο χυμένο στ πρόσωπό της.

γραψα μαζ μ τ Νικολούδη τ διάγγελμα το βασιλι. Καμι δακτυλογράφος κόμη. Πγα σπίτι μία στιγμ κα τ χτύπησα στ γραφομηχανή μου. Μάρω μο εχε τοιμάσει καφέ. Γύρισα στ πουργεο καθς σφύριζαν ο σειρνες. Στ γωνία Κυδαθηναίων μι φτωχ γυναίκα μ μι στερικ σύσπαση στ πρόσωπο. Τώρα λοι μαζεμένοι στ πόγεια τς «Μεγάλης Βρετανίας».

βασιλις μ φος νέου ξιωματικο. πόγραψε τ διάγγελμά του κα φύγαμε. Τηλεφώνησα στ τηλεγραφεο ν σταματήσουν τ τηλεγραφήματα κα τν Γερμανν νταποκριτν. Ο πάλληλοι κε εναι κόμη οδέτεροι. Δν μπορον ν πιστέψουν τ φωνή μου:-εστε βέβαιος; κα τν Γερμανν; -Κα τν Γερμανν επα. -Τί δικαιολογία ν δώσουμε; Δν χω καιρ γι συζητήσεις: -Πέστε τους πς τώρα εναι χαλασμένα τ σύρματα μ τ Βερολίνο, κι ν φωνάζουν πολ στελτε τους σ᾿ μένα. Πρα κα δωσα τ πρτο πολεμικ νακοινωθέν μας κα κατέβηκα στος δρόμους γι ν δ τ πρόσωπα. Τ πλθος σπαζε τ τζάμια τν γραφείων τς «λα Λιτόρια».

.

MNHMH A

κα θάλασσα οκ στιν τι

Κι γ στ χέρια μου μόνο μ᾿ να καλάμι
εταν ρημη νύχτα τ φεγγάρι στ χάση
κα μύριζε τ χμα π τν τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα μνήμη που κα ν τν γγίξεις πονε.
ορανς εναι λίγος, θάλασσα δν πάρχει,
, τι σκοτώνουν τν μέρα τ᾿ δειάζουν μ κάρα πίσω π᾿ τ ράχη.

Τ δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ᾿ ατ τ φλογέρα
πο μο χάρισε νας γέροντας βοσκς πειδ το επα καλησπέρα
ο λλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμ
ξυπνον, ξυρίζουνται κι ρχίζουν μεροκάματο τ σκοτωμό,
πως κλαδεύεις χειρουργες, μεθοδικά, χωρς πάθος
πόνος νεκρς σν τν Πάτροκλο κα κανες δν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα ν φυσήξω να σκοπ κι πειτα ντράπηκα τν λλο κόσμο
ατν πο μ βλέπει πέρ᾿ π᾿ τ νύχτα μς π᾿ τ φς μου
πο φαίνουν τ κορμι ζωντανά, ο καρδις γυμνς
κι γάπη πο νήκει κα στς Σεμνς
καθς κα στν νθρωπο κα στν πέτρα κα στ νερ κα στ χορτάρι
κα στ ζο πο κοιτάει κατάματα τ θάνατο πο ρχεται ν τ πάρει.

τσι προχώρησα στ σκοτειν μονοπάτι
κι στριψα στ περβόλι μου κι σκαψα κι θαψα τ καλάμι
κα πάλι ψιθύρισα θ γίνει νάσταση μίαν αγή,
πς λάμπουν τν νοιξη τ δέντρα θ ροδαμίσει το ρθρου μαρμαρυγή,
θ ξαναγίνει πέλαγο κα πάλι τ κύμα θ τινάξει τν φροδίτη
εμαστε σπόρος πο πεθαίνει.
Κα μπκα στ᾿ δειανό μου τ σπίτι.

.

πιφάνια, 1937

Τ᾿ νθισμένο πέλαγο κα τ βουν στ χάση το φεγγαριο
μεγάλη πέτρα κοντ στς ραποσυκις κα τ᾿ σφοδίλια
τ σταμν πο δν θελε ν στερέψει στ τέλος τς μέρας
κα τ κλειστ κρεβάτι κοντ στ κυπαρίσσια κα τ μαλλιά σου
χρυσά· τ᾿ στρα το Κύκνου κι κενο τ᾿ στρο λδεβαράν.

Κράτησα τ ζωή μου κράτησα τ ζωή μου ταξιδεύοντας
νάμεσα στ κίτρινα δέντρα κατ τ πλάγιασμα τς βροχς
σ σιωπηλς πλαγις φορτωμένες μ τ φύλλα τς ξις,
καμι φωτι στν κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τ ζωή μου· στ᾿ ριστερό σου χέρι μία γραμμ
μι χαρακι στ γόνατό σου, τάχα ν πάρχουν
στν μμο το περασμένου καλοκαιριο τάχα
ν μένουν κε πο φύσηξε βορις καθς κούω
γύρω στν παγωμένη λίμνη τν ξένη φωνή.
Τ πρόσωπα πο βλέπω δ ρωτον μήτε γυναίκα
περπατώντας σκυφτ βυζαίνοντας τ παιδί της.
νεβαίνω τ βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· χιονισμένος
κάμπος, ς πέρα χιονισμένος κάμπος, τίποτε δ ρωτον
μήτε καιρς κλειστός σε βουβ ρμοκλήσια μήτε
τ χέρια πο πλώνουνται γι ν γυρέψουν, κι ο δρόμοι.
Κράτησα τ ζωή μου ψιθυριστ μέσα στν πέραντη σιωπ
δν ξέρω πι ν μιλήσω μήτε ν συλλογισθ· ψίθυροι
σν τν νάσα το κυπαρισσιο τ νύχτα κείνη
σν τν νθρώπινη φων τς νυχτερινς θάλασσας στ χαλίκια
σν τν νάμνηση τς φωνς σου λέγοντας «ετυχία».
Κλείνω τ μάτια γυρεύοντας τ μυστικ συναπάντημα τν νερν
κάτω π᾿ τν πάγο τ χαμογέλιο τς θάλασσας τ κλειστ πηγάδια
ψηλαφώντας μ τς δικές μου φλέβες τς φλέβες κενες πο μο ξεφεύγουν
κε πο τελειώνουν τ νερολούλουδα κι ατς νθρωπος
πο βηματίζει τυφλς πάνω στ χιόνι τς σιωπς.
Κράτησα τ ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας τ νερ πο σ᾿ γγίζει
στάλες βαρεις πάνω στ πράσινα φύλλα, στ πρόσωπό σου
μέσα στν δειο κπο, στάλες στν κίνητη δεξαμεν
βρίσκοντας ναν κύκνο νεκρ μέσα στ κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωνταν κα τ μάτια σου προσηλωμένα.

δρόμος ατς δν τελειώνει δν χει λλαγή, σο γυρεύεις
ν θυμηθες τ παιδικά σου χρόνια, κείνους πο φυγαν
κείνους
πο χάθηκαν μέσα στν πνο τος πελαγίσιους τάφους,
σο ζητς τ σώματα πο γάπησες ν σκύψουν
κάτω π τ σκληρ κλωνάρια τν πλατάνων κε
πο στάθηκε μία χτίδα το λιου γυμνωμένη
κα σκίρτησε νας σκύλος κα φτεροκόπησε καρδιά σου,
δρόμος δν χει λλαγή· κράτησα τ ζωή μου.
Τ χιόνι
κα τ νερ παγωμένο στ πατήματα τν λόγων.

.

Στρατς θαλλασινς νάμεσα στος γάπανθους

Δν χει σφοδίλια, μενεξέδες, μήτε άκινθους-
πς ν μιλήσεις μ τος πεθαμένους.
Ο πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τ γλώσσα τν λουλουδιν-
γι᾿ ατ σωπαίνουν
ταξιδεύουν κα σωπαίνουν, πομένουν κα σωπαίνουν
παρ δήμων νείρων, παρ δήμων νείρων.

ν ρχίσω ν τραγουδ θ φωνάξω
κι φωνάξω-
Ο γάπανθοι προστάζουν σιωπ
σηκώνοντας να χεράκι μαβιο μωρο τς ραβίας
κόμη τ πατήματα μις χήνας στν έρα.

Εναι βαρ κα δύσκολο, δέ μου φτάνουν ο ζωντανο-
πρτα γιατί δ μιλον, κι στερα
γιατί πρέπει ν ρωτήσω τος νεκρος
γι ν μπορέσω ν προχωρήσω παρακάτω.
λλις δ γίνεται, μόλις μ πάρει πνος
ο σύντροφοι κόβουνε τος σημένιους σπάγκους
κα τ φλασκ τν νέμων δειάζει.
Τ γεμίζω κι δειάζει, τ γεμίζω κι δειάζει-
ξυπν
σν τ χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στ χάσματα τς στραπς,
κι γέρας κι κατακλυσμς κα τ᾿ νθρώπινα σώματα,
κι ο γάπανθοι καρφωμένοι σν τς σαΐτες τς μοίρας
στν ξεδίψαστη γς
συγκλονισμένοι π σπασμωδικ νοήματα,
Θἄ῾λεγες εναι φορτωμένοι σ᾿ να παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σ χαλασμένους δρόμους, σ παλι καλντερίμια,
ο γάπανθοι τ᾿ σφοδίλια τν νέγρων:
Πς ν τ μάθω τούτη τ Θρησκεία;

Τ πρτο πράγμα πο κανε Θες εναι γάπη
πειτα ρχεται τ αμα
κι δίψα γι τ αμα
πο τν κεντρίζει
τ σπέρμα το κορμιο καθς τ᾿ λάτι.
Τ πρτο πράγμα πο κανε θες εναι τ μακριν ταξίδι-
κενο τ σπίτι περιμένει
μ᾿ να γαλάζιο καπν
μ᾿ να σκυλ γερασμένο
περιμένοντας γι ν ξεψυχήσει τ γυρισμό.
Μ πρέπει ν μ᾿ ρμηνέψουν ο πεθαμένοι-
εναι ο γάπανθοι πο τος κρατον μίλητους,
πως τ βάθη τς Θάλασσας τ νερ μς στ ποτήρι.
Κι ο σύντροφοι μένουν στ παλάτια τς Κίρκης-
κριβέ μου λπήνωρ! λίθιε, φτωχέ μου λπήνωρ!
, δν τος βλέπεις;
-«Βοηθστε μας!»-
Στν Ψαρν τν λόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη 42

.

Βασιλις τς σίνης

σίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε λο τ πρω γύρω-γύρω τ κάστρο
ρχίζοντας π τ μέρος το σκιου κε πο θάλασσα
πράσινη κα χωρς ναλαμπή, τ στθος σκοτωμένου
παγονιο
Μς δέχτηκε πως καιρς χωρς κανένα χάσμα.
Ο φλέβες το βράχου κατέβαιναν π ψηλ
στριμμένα κλήματα γυμν πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ γγιγμα το νερο, καθς τ μάτι κολουθώντας τις
πάλευε ν ξεφύγει τ κουραστικ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη λοένα.

π τ μέρος το λιου νας μακρς γιαλς λάνοιχτος
κα τ φς τρίβοντας διαμαντικ στ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωνταν τ᾿ γριοπερίστερα φευγάτα
κι βασιλις τς σίνης πο τν γυρεύουμε δυ χρόνια
τώρα
γνωστος λησμονημένος π᾿ λους κι π τν μηρο
μόνο μία λέξη στν λιάδα κι κείνη βέβαιη
ριγμένη δ σν τν ντάφια χρυσ προσωπίδα.
Τν γγιξες, θυμσαι τν χο της; κούφιο μέσα στ φς
σν τ στεγν πιθάρι στ σκαμμένο χώμα-
κι διος χος μς στ θάλασσα μ τ κουπιά μας.
βασιλις τς σίνης να κεν κάτω π᾿ τν προσωπίδα
παντο μαζί μας παντο μαζί μας, κάτω π να νομα:
«σίνην τε... σίνην τε...»
κα τ παιδιά του γάλματα
κι ο πόθοι του φτερουγίσματα πουλιν κι γέρας
στ διαστήματα τν στοχασμν του κα τ καράβια του
ραγμένα σ᾿ φαντο λιμάνι-
κάτω π᾿ τν προσωπίδα να κενό.

Πίσω π τ μεγάλα μάτια τ καμπύλα χείλια τος βο-
στρύχους
νάγλυφα στ μαλαματένιο σκέπασμα τς παρξής μας
να σημεο σκοτειν πο ταξιδεύει σν τ ψάρι
μέσα στν αγιν γαλήνη το πελάγου κα τ βλέπεις:
να κεν παντο μαζί μας.
Κα τ πουλ πο πέταξε τν λλο χειμώνα
μ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζως,
κι νέα γυναίκα πο φυγε ν παίξει
μ τ σκυλόδοντα το καλοκαιριο
κι ψυχ πο γύρεψε τσιρίζοντας τν κάτω κόσμο
κι τόπος σν τ μεγάλο πλατανόφυλλο πο παρασέρνει
χείμαρρος το λιου
μ τ᾿ ρχαα μνημεα κα τ σύγχρονη θλίψη.

Κι ποιητς ργοπορε κοιτάζοντας τς πέτρες κι νά-
ρωτιέται
πάρχουν ραγε
νάμεσα στς χαλασμένες τοτες γραμμς τς κμς τς
αχμς τ κολα κα τς καμπύλες
πάρχουν ραγε
δ πο συναντιέται τ πέρασμα τς βροχς το γέρα
κα τς φθορς
πάρχουν, κίνηση το προσώπου τ σχμα τς στοργς
κείνων πο λιγόστεψαν τόσο παράξενα μς στ ζωή μας
ατν πο πόμειναν σκις κυμάτων κα στοχασμο μ
τν περαντοσύνη το πελάγου
μήπως χι δν πομένει τίποτε παρ μόνο τ βάρος
νοσταλγία το βάρους μις παρξης ζωντανς
κε πο μένουμε τώρα νυπόστατοι λυγίζοντας
σν τ κλωνάρια τς φριχτς τις σωριασμένα μέσα στ
διάρκεια τς πελπισίας
ν τ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ργ βορλα ξεριζωμένα
μς στ βορκο
εκόνα μορφς πο μαρμάρωσε μ τν πόφαση μις πί-
κρας παντοτινς.
ποιητς να κενό.

σπιδοφόρος λιος νέβαινε πολεμώντας
κι π τ βάθος τς σπηλις μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στ φς σν τ σαΐτα πάνω στ σκουτάρι:
«σίνην τε σίνην τε...». Ν ταν ατ βασιλις τς
σίνης
πο τν γυρεύουμε τόσο προσεχτικ σ τούτη τν κρό-
πόλη
γγίζοντας κάποτε μ τ δάχτυλά μας τν φή του πάνω
στς πέτρες.

σίνη, καλοκαίρι 38 - θήνα, Γεν. 40

.

νας γέροντας στν κροποταμιά

Στν Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι μως πρέπει ν λογαριάσουμε πς προχωρομε.
Ν ασθάνεσαι δ φτάνει μήτε ν σκέπτεσαι μήτε ν
κινεσαι
μήτε ν κινδυνεύει τ σμα σου στν παλι πολεμίστρα,
ταν τ λάδι ζεματιστ κα τ λιωμένο μολύβι αλακώ-
νουνε τ τειχιά.

Κι μως πρέπει ν λογαριάσουμε κατ πο προχωρομε,
χι καθς πόνος μας τ θέλει κα τ πεινασμένα παι-
διά μας
κα τ χάσμα τς πρόσκλησης τν συντρόφων π τν
ντίπερα γιαλ-
μήτε καθς τ ψιθυρίζει τ μελανιασμένο φς στ πρό-
χειρο νοσοκομεο,
τ φαρμακευτικ λαμπύρισμα στ προσκέφαλο το παλι-
καριο πο χειρουργήθηκε τ μεσημέρι-
λλ μ κάποιον λλο τρόπο, μπορε ν θέλω ν π
καθς
τ μακρ ποτάμι πο βγαίνει π τς μεγάλες λίμνες τς
κλειστς βαθι στν φρικ
κα τανε κάποτε Θες κι πειτα γένηκε δρόμος κα δω-
ρητς κα δικαστς κα δέλτα-
πο δν εναι ποτές του τ διο, κατ πο δίδασκαν ο πά-
λαιο γραμματισμένοι,
κι στόσο μένει πάντα τ διο σμα, τ διο στρμα, κα
τ διο Σημεο,
διος προσανατολισμός.

Δ θέλω τίποτε λλο παρ ν μιλήσω πλά, ν μο δοθε
τούτη χάρη.
Γιατί κα τ τραγούδι τ φορτώσαμε μ τόσες μουσικς
πο σιγά-σιγά, βουλιάζει
κα τν τέχνη μας τ στολίσαμε τόσο πολ πο φαγώθηκε
π τ μαλάματα τ πρόσωπό της
κι εναι καιρς ν πομε τ λιγοστά μας λόγια γιατί
ψυχή μας αριο κάνει πανιά.

ν εναι νθρώπινος πόνος δν εμαστε νθρωποι μόνο
γι ν πονομε
γι᾿ ατ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοτες τς μέρες, τό με-
γάλο ποτάμι
ατ τ νόημα πο προχωρε νάμεσα σ βότανα καί σε
χόρτα
κα ζωνταν πο βόσκουν κα ξεδιψον κι νθρώπους πο
σπέρνουν κα πο θερίζουν
κα σ μεγάλους τάφους κόμη κα μικρς κατοικίες τν
νεκρν.
Ατ τ ρέμα πο τραβάει τ δρόμο του κα πο δν εναι
τόσο διαφορετικ π τ αμα τν νθρώπων
κι π τ μάτια τν αθρώπων ταν κοιτάζουν σια-πέρα
χωρς τ φόβο μς στν καρδιά τους,
χωρς τν καθημεριν τρεμούλα γι τ μικροπράματα
στω κα γι τ μεγάλα-
ταν κοιτάζουν σια- πέρα καθς στρατοκόπος πο συν-
ήθισε ν᾿ ναμετρ τ δρόμο του μ τ᾿ στρα,
χι πως μες, τν λλη μέρα, κοιτάζοντας τ κλειστ
περιβόλι στ κοιμισμένο ράπικο σπίτι,
πίσω π τ καφασωτά, τ δροσερ περιβολάκι ν᾿ λλά-
ζει σχμα, ν μεγαλώνει κα ν μικραίνει-
λλάζοντας καθς κοιτάζαμε, κι μες, τ σχμα το πό-
θου μας κα τς καρδις μας,
στ στάλα το μεσημεριο, μες τ πομονετικ ζυμάρι
νς κόσμου πο μς διώχνει κα πο μς πλάθει,
πιασμένοι στ πλουμισμένα δίχτυα μις ζως πο τανε
σωστ κι γινε σκόνη κα βούλιαξε μέσα στν μμο
φήνοντας πίσω της μονάχα κενο τ προσδιόριστο
λίκνισμα πο μς ζάλισε μις ψηλς φοινικις.

Κάϊρο, 20 ουνίου 42

.

π σκηνς
Δ

θάλασσα- πς γινε τσι θάλασσα;
ργησα χρόνια στ βουν-
μ τύφλωσαν ο πυγολαμπίδες.
Τώρα σ τοτο τ᾿ κρογιάλι περιμένω
ν᾿ ράξει νας νθρωπος
να πόλειμμα, μι σχεδία.

Μ μπορε ν κακοφορμίσει θάλασσα;
να δελφίνι τν σκισε μία φορ
κι κόμη μι φορ
κρη το φτερο νς γλάρου.

Κι μως ταν γλυκ τ κύμα
που πεφτα παιδ κα κολυμποσα
κι κόμη σν μουν παλικάρι
καθς ψαχνα σχήματα στ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μο μίλησε Θαλασσινς Γέρος:
«γ εμαι τόπος σου
σως ν μν εμαι κανες
λλ μπορ ν γίνω ατ πο θέλεις».

.

Μιλοσες γι πράγματα

Μιλοσες γι πράγματα πο δν τ βλεπαν κι ατο γελοσαν

μως ν λάμνεις στ σκοτειν ποταμ
Πάνω νερ
Ν πηγαίνεις στν γνοημένο δρόμο
Στ τυφλ , πεισματάρης
Κα ν γυρεύεις λόγια ριζωμένα
Σν τ πολύροζο λιόδεντρο
φησε κι ς γελον
Κα ν ποθες ν κατοικήσει κι λλος κόσμος
Στ σημεριν πνιγερ μοναξι

φησέ τους

θαλασσινς νεμος κι δροσι τς αγς
πάρχουν χωρς ν τ ζητήσει κανένας.

.

Πάνω σ᾿ ναν ξένο στίχο

Γιργος Σεφέρης, «Πάνω σ᾿ ναν ξένο στίχο», Ποιήματα, θήνα, κδ. καρος, 1985, σσ. 87-89

Στν λλη, Χριστούγεννα 1931

Ετυχισμένος πο κανε τ ταξίδι το δυσσέα.
Ετυχισμένος ν στ ξεκίνημα, νιωθε γερ τν ρμα-
τωσι μις γάπης, πλωμένη μέσα στ κορμί του,
σν τς φλέβες που βουίζει τ αμα.

Μις γάπης μ κατέλυτο ρυθμό, κατανίκητης σάν τ
μουσικ κα παντοτινς
γιατί γεννήθηκε ταν γεννηθήκαμε κα σν πεθαίνουμε,
ν πεθαίνει, δν τ ξέρουμε οτε μες οτε λλος
κανείς.

Παρακαλ τ θε ν μ συντρέξει ν π, σ μι στιγμ
μεγάλης εδαιμονίας, ποι εναι ατ γάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος π τν ξενιτιά, κι κούω
τ μακριν βούισμά της, σν τν χ τς θάλασσας
πο σμιξε μ τ νεξήγητο δρολάπι.

Κα παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι κα πάλι, τ φάν-
τασμα το δυσσέα, μ μάτια κοκκινισμένα π το
κυμάτου τν ρμύρα
κι π τ μεστωμένο πόθο ν ξαναδε τν καπν πο
βγαίνει π τ ζεστασι το σπιτιο του κα τ σκυλί
του πο γέρασε προσμένοντας στ θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας νάμεσα στ᾿ σπρισμένα
του γένια, λόγια τς γλώσσας μας, πως τ μιλοσαν
πρν τρες χιλιάδες χρόνια.
πλώνει μία παλάμη ροζιασμένη π τ σκοινι κα τ
δοιάκι, μ δέρμα δουλεμένο π τ ξεροβόρι π τν
κάψα κι π τ χιόνια.

Θ λεγες πς θέλει ν διώξει τν περάνθρωπο Κύκλωπα
πο βλέπει μ᾿ να μάτι, τς Σειρνες πο σν τς -
κούσεις ξεχνς, τ Σκύλλα κα τ Χάρυβδη π᾿ νά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, πο δν μς φήνουν ν στοχα-
στομε πς ταν κι ατς νας νθρωπος πο πά-
λεψε μέσα στν κόσμο, μ τν ψυχ κα τ σμα.

Εναι μεγάλος δυσσέας· κενος πο επε ν γίνει τ
ξύλινο λογο κα ο χαιο κερδίσανε τν Τροία.
Φαντάζομαι πς ρχεται ν μ᾿ ρμηνέψει πς ν φτιάξω
κι γ να ξύλινο λογο γι ν κερδίσω τ δική μου
Τροία.

Γιατί μιλ ταπειν κα μ γαλήνη, χωρς προσπάθεια,
λς μ γνωρίζει σν πατέρας
ετε σν κάτι γέρους θαλασσινούς, πο κουμπισμένοι στ
δίχτυα τους, τν ρα πο χειμώνιαζε κα θύμωνε
γέρας,

μο λέγανε, στ παιδικά μου χρόνια, τ τραγούδι το
ρωτόκριτου, μ τ δάκρυα στ μάτια·
τότες πο τρόμαζα μέσα στν πνο μου κούγοντας τν
ντίδικη μοίρα τς ρετς ν κατεβαίνει τ μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.

Μο λέει τ δύσκολο πόνο ν νιώθεις τ πανι το καρα-
βιο σου φουσκωμένα π τ θύμηση κα τν ψυχή
σου ν γίνεται τιμόνι.
Κα ν σαι μόνος, σκοτεινς μέσα στ νύχτα κα κυβέρ-
νητος σν τ᾿ χερο στ᾿ λώνι.

Τν πίκρα ν βλέπεις τος συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στ στοιχεα, σκορπισμένους: ναν-
ναν.
Κα πόσο παράξενα ντρειεύεσαι μιλώντας μ τος πεθα-
μένους, ταν δ φτάνουν πι ο ζωντανο πο σο
πομέναν.

Μιλ... βλέπω κόμη τ χέρια του πο ξέραν ν δοκιμά-
σουν ν ταν καλ σκαλισμένη στν πλώρη γορ-
γόνα
ν μο χαρίζουν τν κύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στν καρδι το χειμνα.

.

Κι ν γέρας φυσ

Κι ν γέρας φυσ, δ μς δροσίζει
κι σκιος μένει στενς κάτω π᾿ τ κυπαρίσσια
κι λο τριγύρω νηφόρι στ βουνά.

Κι ν γέρας φυσ, δ μς δροσίζει
κι σκιος μένει στενς κάτω π᾿ τ κυπαρίσσια
κι λο τριγύρω νηφόρι στ βουνά.

Μς βαραίνουν ο φίλοι
πο δν ξέρουν πι πς ν πεθάνουν.

Κι ν γέρας φυσ, δ μς δροσίζει
κι σκιος μένει στενς κάτω π᾿ τ κυπαρίσσια
κι λο τριγύρω νηφόρι στ βουνά.

.

Τ σπίτι κοντ στ θάλασσα

Τ σπίτια πο εχα μο τ πραν.
τυχε νά ναι τ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμο ξενιτεμο
κάποτε κυνηγς βρίσκει τ διαβατάρικα πουλι
κάποτε δν τ βρίσκει τ κυνγι
εταν καλ στ χρόνια μου, πραν πολλος τ σκάγια
ο λλοι γυρίζουν τρελαίνουνται στ καταφύγια.

Μ μο μιλς γι τ᾿ ηδόνι μήτε γι τν κορυδαλλ
μήτε γι τ μικρούλα σουσουράδα
πο γράφει νούμερα στ φς μ τν ορά της
δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια
ξέρω πς χουν τ φυλή τους, τίποτε λλο.

Καινούργια στν ρχή, σν τ μωρ
πο παίζουν στ περβόλια μ τ κρόσια το λιου,
κεντον παραθυρόφυλλα χρωματιστ κα πόρτες
γυαλιστερς πάνω στ μέρα
ταν τελειώσει ρχιτέκτονας λλάζουν,
ζαρώνουν χαμογελον κόμη πεισματώνουν
μ᾿ κείνους πο μειναν μ᾿ κείνους πο φυγαν
μ᾿ λλους πο θ γυρίζανε ν μποροσαν
πο χαθκαν, τώρα πο γινε
κόσμος να πέραντο ξενοδοχεο.

Δν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια,
θυμμαι τ χαρά τους κα τ λύπη τους
καμι φορά, σ σταματήσω κόμη
καμι φορά, κοντ στ θάλασσα, σ κάμαρες γυμνς
μ᾿ να κρεββάτι σιδερένιο χωρς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τ βραδινν ράχνη συλλογιέμαι
πς κάποιος τοιμάζεται ν ρθε, πς τν στολίζουν
μ᾿ σπρα κα μαρα ροχα μ πολύχρωμα κοσμήματα
κα γύρω του μιλον σιγ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλι κα σκοτεινς δαντέλες,
πς τοιμάζεται ν ρθε ν μ᾿ ποχαιρετήσει

μία γυνακα λικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας π λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοσες λεξάντρεια,
π κλειστς πολιτεες σν τ ζεστ παραθυρόφυλλα,
μ ρώματα χρυσν καρπν κα βότανα,
πς νεβαίνει τ σκαλι χωρς ν βλέπει
κείνους πο κοιμήθηκαν κάτω π᾿ τ σκάλα.

Ξέρεις τ σπίτια πεισματώνουν εκολα, σν τ γυμνώσεις.

.

Μποτίλια στ πέλαγο

Τρες βράχοι λίγα καμένα πεκα κι να ρημοκλσι
κα παραπάνω
τ διο τοπίο ντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρες βράχοι σ σχμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεκα, μαρα κα κίτρινα
κι να τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στν σβέστη.
κα παραπάνω κόμη πολλς φορς
τ διο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτ
ς τν ρίζοντα ς τν οραν πο βασιλεύει.
δ ράξαμε τ καράβι ν ματίσουμε τ σπασμένα κουπιά,
ν πιομε νερ κα ν κοιμηθομε.
θάλασσα πο μς πίκρανε εναι βαθι κι νεξερεύνητη
κα ξεδιπλώνει μίαν πέραντη γαλήνη.
δ μέσα στ βότσαλα βρήκαμε να νόμισμα
κα τ παίξαμε στ ζάρια.
Τ κέρδισε μικρότερος κα χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μ τ σπασμένα μας κουπιά.

.

.

.

.

ο Σεφέρης πάντοτε !

.

.

.

.